Το καλύτερο σεξ το κάνουν οι χωρισμένοι όταν βρίσκονται για να συζητήσουν το θέμα | Radioexodos.gr

Ας συμφωνήσουμε σε κάτι τώρα που είναι νωρίς. Υπάρχουν κρεβάτια και κρεβάτια, πάντα σε συνάρτηση με τις συνθήκες και το πλαίσιο. Σήμερα θα μιλήσουμε για αυτά τα κρεβάτια του χωρισμού. Με λίγα λόγια, αυτά που συμβαίνουν όταν δυο άνθρωποι συναντιούνται για να συζητήσουν για τα εντός, εκτός και επί τα αυτά του χωρισμού τους.

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχεις ακούσει ή έχεις ζήσει κάτι ανάλογο. Να συναντηθείς για συζήτηση και το επόμενο που θυμάσαι είναι να μιλάς το body language άπταιστα και μάλιστα συνοδεία πυροτεχνημάτων!

Μην προσπαθείς να εξηγήσεις τι παθαίνεις και αντί για να κουβεντιάσετε, βγαίνετε στην κυριολεξία από τα ρούχα σας και αναβιώνετε παλιές καυτές στιγμές! Θα στο πω εγώ μιας και δε χρειάζεται μεγάλη φαντασία. Είναι απλά μαθηματικά! Για να τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Χωρίζετε. Οι λόγοι δικοί σας. Αν και παίζουν ρόλο, δε θέλω να πέσω σε βαθιά νερά. Το διάστημα που μεσολαβεί, από την ημέρα που είπατε τέλος μέχρι τη στιγμή που αποφασίζετε να το κουβεντιάσετε, το μυαλό σου παίζει τόμπολα. Μέχρι κι εγώ ακούω τους εσωτερικούς διαλόγους με τον εαυτό σου «με θέλει ,δε με θέλει, λες να με έχει ξεπεράσει, μπα αποκλείεται» κι η πίεσή σου σπάει κοντέρ.

Ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι και σε πιάνει παραζάλη. Ναι, ναι. Μαζεύεις θυμό, πάθος, μονολογείς πως ήταν λάθος, φουντώνουν τα συναισθήματα, κάνεις τον απολογισμό σου  –τι σόι απολογισμός είναι δαύτος, μη με ρωτάς, μιας και τον χάνεις το λογισμό σου–, κάνεις εντατική πρόβα τι θα του πεις όταν τον δεις, που φτάνεις στο σημείο να τα λες κι ανάποδα άμα θέλεις.

Μέχρι που έρχεται η μέρα να τον συναντήσεις… Λοιπόν, για να εξηγούμαστε, το θέμα βρισκόμαστε για να μιλήσουμε μετά το χωρισμό είναι σαν αυτό των πρώτων ραντεβού «να δούμε καμιά ταινία». Βλέπεις την αρχή και τους τίτλους τέλους. Όλη την υπόλοιπη την έχεις κάνει skip, και δεν εννοώ το απορρυπαντικό.

Οι προετοιμασίες πριν την μεγάλη συνάντηση, είναι κι αυτές ίδιες. Απαστράπτοντες και μοσχομυριστοί λες κι είναι πρώτο ραντεβού! Εσύ τώρα σκέφτεσαι «τι λέει μωρέ» αλλά με μια δεύτερη ανάγνωση θα καταλάβεις πως το έγκλημα είναι οργανωμένο εξ αρχής!

Έχεις την ίδια αίσθηση σαν την πρώτη φορά που συναντηθήκατε. Άγχος για το πώς θα φανείς, αν θα αρέσεις, αν θα σου αρέσει, τι θα σου πει, τι θα πεις… Τίποτα δε θα πείτε, στο λέω να το ξέρεις να μην το κουράζεις. Γράψε τα καλύτερα και στείλε του ένα γράμμα, όχι σαν αυτό του Πάριου που δεν το έστειλε ποτέ.

Θα κοιταχτείτε βαθιά στα μάτια και θα κάνετε τουλάχιστον το μισό κάμα σούτρα σε μια ματιά. Θα πιείτε ένα, δύο, τρία ποτά, μέχρι να λυθεί η γλώσσα σας για να βυθιστεί στο στόμα του άλλου. Όλα θα μπουν στον αυτόματο και χωρίς να το καταλάβετε, αθώα μου πλάσματα, θα βρεθείτε κάπου να κυλιέστε και να λέτε όσα δεν μπορείτε να πείτε με λόγια.

Είναι αφροδισιακό όλο αυτό, δεν είναι; Να προσπαθείς να κερδίσεις κάποιον από την αρχή. Να πάρεις μια γαμημένη επιβεβαίωση ότι δεν του έχεις περάσει. Κάτι σαν performance, δίνεις τον καλύτερο σου εαυτό. Όταν σας βρει το ξημέρωμα, δύο είναι τα πιθανά σενάρια κατάληξης. Ή να έχετε κάνει το αποχαιρετιστήριο closing ή να πατήσετε restart. Αλλά αυτό είναι δικό σας θέμα.

Αν πρέπει να αιτιολογήσω γιατί τα ζευγάρια κάνουν καλύτερο σεξ όταν βρίσκονται να μιλήσουν για το χωρισμό τους, καταλήγω μετά από σκέψη στα εξής: Γιατί είμαστε κτητικά όντα, καλέ μου αναγνώστη, χωρίς να αποκλείω την αγάπη, τον έρωτα και την συντροφικότητα.

Γιατί τον άλλον τον θέλουμε δικό μας, όχι όταν τον έχουμε, αλλά όταν τον χάνουμε ή έστω φλερτάρουμε με τη σκέψη πως τον χάσαμε για πάντα – ακόμη κι αν γνωρίζουμε πως δε γίνεται να συνεχίσουμε άλλο στο ίδιο μονοπάτι.

Γιατί όταν χάνουμε κάτι, μόνο τότε το εκτιμάμε. Αυτό φυσικά προϋποθέτει καμιά-δυο-τρεις γύρες στα πέριξ για να δεις τι παίζει στην αγορά και είναι και λίγο, πώς να το πω, άδικο για τον άλλον. Περί ορέξεως φυσικά…

Γιατί καμιά φορά όσα θέλεις να πεις, είναι τόσο δύσκολο να τα εκφράσεις με λόγια κι οι πράξεις, στο έχω πει, είναι πιο δυνατές. Η ένταση, το «σε θέλω, δεν μπορώ χωρίς εσένα», που είναι και το πιο ευτυχές σενάριο, δεν έχουν ορθότερο τρόπο να ειπωθούν από την ένωση.

Ίσως πάλι γιατί έχεις απελευθερώσει το μυαλό σου από ανασφάλειες και δεύτερες σκέψεις, έχεις αφήσει πίσω σου όσα σας έφεραν σε απόσταση και χτίζεις ουσιαστικές γέφυρες.

Συνήθως, όμως, είναι μια παράταση σε κάτι που έχει ήδη τελειώσει. Δε θέλω να σε πληγώσω αλλά έτσι είναι. Και ένας από τους δύο στο τέλος της βραδιάς το ξέρει καλύτερα.

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαρίας Κωφίδου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Μαρία Κωφίδου
http://www.pillowfights.gr

Αυτοί οι μοναχικοί περίπατοι αργά το βράδυ | Radioexodos.gr

Είναι από κείνες τις φορές που γουστάρεις να μείνεις μόνος. Το ‘χεις ανάγκη, δε θες να δεις κανένα, θες απλά να απολαύσεις ένα απόλυτο τίποτα. Και το υποσχέθηκες στον εαυτό σου απ’ το πρωί που ξύπνησες. Δεν άνοιγε το μάτι με τίποτα κι η πλανεύτρα η φωνίτσα μέσα στο κεφαλάκι σου, να σε δελεάζει με χίλιους δυο τρόπους για να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι.

Ώσπου βρίσκει την ευαίσθητη χορδή και πάτησε. Σου υποσχέθηκε λοιπόν, πως όταν τελειώσουν οι υποχρεώσεις της μέρας, θα γυρίσεις σπίτι στο απόλυτο τίποτα που ανυπομονείς. Έτσι, γιατί θέλεις να κάνεις λίγο τη ροή να σταματήσει, να μην ποντάρεις εσύ στο γεγονός ότι τρέχοντας σαν τον Βέγγο θα προλάβεις τους ρυθμούς εκείνους της καθημερινότητας, με τους οποίους είχες τσακωθεί, χρόνια τώρα.

Περνά λοιπόν η μέρα σου κι εσύ βιώνεις μια περίεργη σημαντικότητα για το τίποτα που θες να ζήσεις, λες κι είναι η κρυφή σου ερωμένη. Γιατί υπάρχουν μέρες που απλά αρνείσαι να ακούσεις την οποιαδήποτε μαλακία, δε θες δικαιολογίες, ούτε φτηνές πράξεις κι απραξίες, ούτε απουσίες. Θες να ηρεμήσεις απ’ όλα αυτά. Να κλείσεις τα μάτια και για λίγες στιγμές μόνο, να προσποιηθείς πως δεν υπάρχουν.

Μπαίνεις μέσα στο σπίτι λοιπόν. Κι όμως. Πάλι κάτι σε τρώει, σε πνίγουν οι τοίχοι. Θες να βγεις έξω, να πας μια βόλτα με το αμάξι, ή να περπατήσεις. Δε σε νοιάζει, απλά θέλεις να βγεις έξω απ’ το σπίτι. Βγαίνεις γρήγορα, λες και δεν μπορείς να πάρεις ανάσα. Κι απλά κατευθύνεσαι προς τα έξω. Προχωράς και θέλεις απλά να παρατηρείς. Όλα εκείνα που δεν μπορείς να παρατηρήσεις, όταν έχεις χίλια δυο πράγματα στο μυαλό σου, άγχη, φοβίες.

Ανάβεις τσιγάρο στο δρόμο και κινείσαι προς άγνωστη κατεύθυνση. Βλέπεις τους ανθρώπους να κινούνται ο καθένας προς την κατεύθυνσή του, ο καθένας απόλυτα απορροφημένος σ’ αυτό που σκέφτεται ή σ’ αυτό που θέλει να κάνει. Το ζευγαράκι το χαριτωμένο, τις μεγάλες παρέες, τους μοναχικούς, τους φωνακλάδες. Γουστάρεις να τους παρατηρείς σιωπηλά. Τον τρόπο που μιλούν, που κινούνται, τι διαλέγουν να πουν με τη γλώσσα του στόματος και τι διαλέγουν να κρύψουν με τη γλώσσα του σώματος.

Πάντως σίγουρα σε κάθε γωνιά θα ακούσεις κάποιον να παραπονιέται ότι δεν έστειλε μήνυμα το ταίρι, προσπαθώντας να βρει το νόημα της ζωής μέσα σε αξημέρωτα βράδια που ξεροστάλιαζε για ένα νεύμα. Απορείς. Είναι έρωτας αυτό, ή συναισθηματική εξάρτηση σε ανησυχητικό σημείο; Από πότε άραγε σταματήσαμε να αγαπάμε τον εαυτό μας τόσο, έτσι ώστε να μην μπορούμε να απολαύσουμε στιγμές με το εγώ μας; Αυτή η σκέψη φυσικά έρχεται μετά, αφού έχεις ήδη ρίξει βλέμμα τύπου « Εντάξει, θα επιβιώσεις».

Εννοείται πως έχεις χαθεί μετά από τόσο περπάτημα. Δεν έβλεπες πού πήγαινες εξάλλου, παρατηρούσες. Κοντοστέκεσαι και νιώθεις μια ικανοποίηση. Το εγώ σου νιώθει χορτασμένο απ’ τη βόλτα χωρίς προορισμό, το χρόνο που πέρασες με τον εαυτό σου, κάνοντας τίποτα απολύτως. Το τηλέφωνό σου άρχισε να χτυπάει. Εξάλλου, αγνοούσες κλήσεις όλη τη μέρα. Το σηκώνεις κι είναι το φιλαράκι.

Σε βρίζει που δεν το σήκωνες και σε ρωτάει πού σκατά είσαι. Απαντάς ένα «δεν έχω ιδέα». Σε βρίζει πάλι και σου λέει να τσακιστείς στο γνωστό σας μπαράκι για ποτό. Χαμογελάς και απαντάς «Έρχομαι». Κλείνεις το τηλέφωνο και δεν ανησυχείς για το πώς θα γυρίσεις πίσω.

Πάντα θα ξέρεις πώς να γυρνάς πίσω.

 

Επιμέλεια Κειμένου Ευαγγελίας Μερμίγγη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Ευαγγελία Μερμίγγη
http://www.pillowfights.gr

Γουστάρω να στην πέφτουν άλλοι | Radioexodos.gr

Με λες και κτητικό, όταν δε θα ‘δινα βόλτα τη μηχανή μου ούτε στον κολλητό μου και θα προτιμούσα αν είμαι σουρωμένος να την αφήσω εκτεθειμένη στο δρόμο με κίνδυνο να μου τη φάνε παρά να δω άλλον να την καβαλάει. Με λες κτητικό όταν απειλώ –και το εννοώ– ότι θα σου σουβλίσω το κουλό με το πιρούνι αν τολμήσεις να μου πάρεις πατάτα απ’ το πιάτο χωρίς να ρωτήσεις. Όταν όμως η κτητικότητά μου έρχεται να δοκιμαστεί σε σένα, αλλάζουν πολλά. Κι όχι, δεν είναι ότι σε θέλω λιγότερο από πατάτα.

Δύσκολα εξηγείται με λόγια αυτό που νιώθω κάθε φορά που κάποιο λιγούρι σε κοιτά προσπαθώντας να συγκρατήσει τα σάλια του που είναι έτοιμα να τρέξουν στα πατώματα. Δύσκολα περιγράφεται η πονηρή -κι ίσως νοσηρή- ευχαρίστηση που νιώθω κάθε φορά που κάποιος επίδοξος κατακτητής έρχεται να δοκιμάσει πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να σε κερδίσει από μένα.

Κανείς δεν ανήκει σε κανένα, λένε, κι όσο πολιτισμένο κι αν ακούγεται, άλλο τόσο λανθασμένο είναι. Σήμερον εμού, αύριο ετέρου κι ουδέποτε κανενός που λέει και το ρητό. Κι εσύ, σήμερα τουλάχιστον, είσαι δική μου. Και δεν το πιστεύω γιατί έτσι θέλω. Η πραγματική απόδειξη ότι είσαι δική μου είναι το να στέκεσαι δίπλα μου όταν έχεις την επιλογή να φύγεις κι όχι όταν σε κλείνω σε ένα σιδερένιο, ξύλινο ή χρυσό κλουβί για να μην το κάνεις. Το ότι μου ανήκεις είναι κάτι που το λες εσύ -κι ας μην το έχεις ξεστομίσει αυτολεξεί ποτέ.

Ωραίο το παπαγάλισμα ότι όποιος προσπαθεί να αρπάξει κάτι που δεν του ανήκει, είναι κομπλεξικός, ανασφαλής κι υπάνθρωπος. Κι ακόμα ωραιότερη η υποκρισία ότι ξεχνάμε το γεγονός ότι ακόμα και τα σύνορα των κρατών είναι αποτέλεσμα πολέμων κι αρπαγής εδαφών. Ας αφήσουμε τις μαλακίες. Το ότι κάποιος ή κάτι ανήκει σε άλλον, είναι ο τελευταίος λόγος για να μην το διεκδικήσουμε. Είναι η φύση μας να καταδιώκουμε αυτό που γουστάρουμε κι όσο περισσότερο το θέλουμε, τόσο πιο θρασείς γινόμαστε στο κυνήγι του.

Εμένα πάλι είναι η φύση μου να τη βρίσκω βλέποντας τον κάθε «εισβολέα» να γκρεμίζεται στο ντουβάρι που του ορθώνεις όταν ξεπερνά τα όρια του αθώου φλερτ. Γουστάρω να με ζηλεύουν και να με βρίζουν στα κρυφά πηγαδάκια τους, γιατί αυτό που θέλω, τυχαίνει να το θέλουν κι αυτοί. Με τη μόνη διαφορά ότι εγώ το έχω κιόλας. Φτιάχνομαι με το πώς θα με κοιτούν για το υπόλοιπο της βραδιάς, ξέροντας ότι αυτή που μόλις τους χιόνισε, θα ξυπνήσει την άλλη μέρα το πρωί γυμνή στο διπλανό μου μαξιλάρι. Κι αν κάποια στιγμή δεν ξυπνήσει εκεί, δε θα μου φταίξει κάποιος από αυτούς, αλλά εγώ κι εσύ.

Δε θα σε πάρω από το χέρι να φύγουμε, δε θα πάω να κάνω καβγά ούτε θα περιμένω να μείνουμε μόνοι μας για να σου κάνω παράπονα. Θα μείνω εκεί και θα το απολαύσω όσο μπορώ περισσότερο. Θα σε κοιτάω να λάμπεις μέσα στη μαυρίλα και θα καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι για την τύχη μου -ε ναι, και για το καλό μου γούστο.

Κατινιές, σκηνές ζηλοτυπίας και καβγάδες είναι μια φαρσοκωμωδία ανθρώπων που δε θέλουν να αντιμετωπίσουν είτε την κακή τους συμπεριφορά είτε τις κακές τους επιλογές. Ο άντρας έχει την ένταση στο ένστικτό του. Κι είναι διπλά τυχερός όταν έχει μια γυναίκα να του κοιμίζει αυτά τα ένστικτα όταν είναι με κόσμο και να του τα ξυπνά όταν είναι μόνοι τους.

Τη βρίσκω να στην πέφτουν, τη βρίσκω να σε διεκδικούν, τη βρίσκω να τζογάρω κάθε μέρα με την πιθανότητα να σε χάσω από κάποιον καλύτερο. Δε θα σε ερωτευόμουν ποτέ αν μου παρίστανες τη χαμηλοβλεπούσα ή το σιγανό ποταμάκι, γιατί άνθρωπος που λέει ότι θα βάλει μόνος του παρωπίδες στα μάτια του είναι ή υποκριτής ή απελπισμένος, κι αυτούς μόνο να τους λυπηθώ μπορώ και τίποτε άλλο. Δε θα σε ερωτευόμουν ούτε αν ήσουν ένα εγκεφαλικά ακατοίκητο τρόπαιο με ωραίο όμως κώλο, που απλά το ήθελαν πολλοί.

Σε ερωτεύομαι που δεν προσπαθείς να με καθησυχάσεις με τα κλασικά ψέματα ότι «σε βλέπουν φιλικά». Σε ερωτεύομαι ακόμα περισσότερο όταν προσπαθείς να με πείσεις με το ψέμα ότι εγώ είμαι ο καλύτερος, γιατί ξέρω ότι δεν ισχύει. Και κάπως έτσι μια γυναίκα βρίσκεται τόσο ψηλά στα μάτια ενός άντρα, που κινδυνεύει ο ταλαίπωρος να πάθει αυχενικό κοιτώντας τη και μόνο. Και δεν περιμένει πίστη απ’ την καλή της την καρδιά, τις ενοχές ή το φιλότιμο. Πιστή γυναίκα, είναι η ικανοποιημένη. Κι αυτό το ξέρουμε όλοι.

 

Επιμέλεια Κειμένου Αλέξη Φαραντούρη: Πωλίνα Πανέρη

 

Bedroom

Αν το facebook έδειχνε επισκέψεις σε προφίλ θα είχε εκθέσει πολύ κόσμο | Radioexodos.gr

Αν και πλέον, σε κάθε σπίτι που σέβεται τον εαυτό του, κάθε οικογένεια έχει τουλάχιστον δυο ή τρία προφίλ στο Facebook, συνηθίζουμε να κατηγορούμε την τεχνολογία για πολλά. Το να έχεις ένα προφίλ σε κάποιον ιστότοπο είναι κάτι που πρέπει να αποκτήσεις μεγαλώνοντας. Όπως, ακριβώς, κατακτάς δεξιότητες κι αναπτύσσεσαι σαν άτομο, όπως περιμένεις με λαχτάρα να ενηλικιωθείς ή να πάρεις δίπλωμα οδήγησης.

Αν πάλι εξοκείλεις και δεν ακολουθήσεις τη ροή των πραγμάτων, γίνεις δηλαδή ένας ενήλικας που σέβεται τον εαυτό του, αλλά δεν έχεις δικό σου προφίλ, τότε αντιμετωπίζεσαι με απαξίωση. Τι κι αν είσαι χορτοφάγος, τι κι αν έχεις επιλέξει να ζήσεις σε μια καλύβα στο δάσος, τίποτα από αυτά δε συγκρίνεται με την άρνησή σου, την ανεξήγητη, να δηλώσεις πολίτης του κόσμου και να αποτελέσεις κομμάτι και σύμμαχος του διαδικτύου.

Η έκπληξη κι ο αποτροπιασμός που προκαλείς στους άλλους, δεν αφορά τόσο στην επιλογή σου, αλλά πιο πολύ στην πρόθεσή σου, να στερήσεις απ’ τους άλλους ώρες κουτσομπολιού κι ανίχνευσης δεδομένων. Για τους χρήστες του Facebook η φράση: «Να μωρέ, εδώ χαζεύω.», σημαίνει, πως έχω πάρει σβάρνα τη λίστα των φίλων μου και ξοδεύω λεπτά απ’ τον ελεύθερο χρόνο μου, ενημερώνοντας τη βάση δεδομένων μου. Κοινώς και με απλά λόγια, κουτσομπολεύω.

«Είναι τόσο μεγάλος ρουφιάνος το Facebook» κι όχι μόνο. Χωρίς να το αντιληφθούμε, χωρίς καν να πιεστούμε για κάτι, οικειοθελώς, αναφέρουμε με κάθε λεπτομέρεια πού είμαστε, με ποιον και τι ακριβώς κάνουμε εκεί. Μάλιστα, όχι μόνο κοινοποιούμε γεγονότα της ζωή μας, αλλά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένουμε κι από τους διαδικτυακούς μας φίλους να κάνουνε το ίδιο.

Ωστόσο, ο ιστότοπος αυτός, έχει κι ένα βασικό προτέρημα, δίνοντάς μας τη δυνατότητα όχι μόνο να καλύπτουμε την περιέργειά μας, αλλά και να μην το δείχνουμε. Μπορείς να χαζέψεις με τις ώρες το προφίλ του άλλου, να δεις, αν το θέλεις, ένα εκατομμύριο φορές τις φωτογραφίες του, να το επισκεφτείς όσες φορές θελήσεις, χωρίς αυτός, ποτέ να το μάθει.

Διότι πόσοι από εμάς δεν έχουμε μια λίστα ανθρώπων, στους οποίους μπορεί να μη μιλάμε, να μην τους πατάμε ούτε like σε όσα κοινοποιούν, όμως τα μαθαίνουμε πρώτοι, γιατί ανανεώνουμε τη σελίδα τους πιο συχνά απ’ ό,τι το δικό μας προφίλ; Σίγουρα, αυτή τη στιγμή, ο καθένας από εμάς σκέφτεται τουλάχιστον ένα πρόσωπο, του οποίου τη σελίδα επισκέπτεται καθημερινά, πιθανόν και σε ανησυχητικό βαθμό, οπότε τρέμει στην ιδέα μήπως κάποτε εκτεθεί.

Είτε, λοιπόν κουτσομπολεύοντας σόγια και παλιές φιλίες, είτε ως «stoker»  σε πρώην και σε νυν, το Facebook απλόχερα μας έχει δώσει τη δυνατότητα να ενημερωνόμαστε για τη ζωή των άλλων, ακόμα κι αν εμείς δεν είμαστε μέσα σε αυτή. Φανταστείτε μόνο πόσες παρεξηγήσεις, πόσες αναπτερώσεις ηθικού και σε ποιο βαθμό θα μας εξέθετε μια ειδοποίηση με τη φωτογραφία μας να μοστράρει κι από κάτω την ταπεινωτική λεζάντα: «Ο χρήστης μόλις επισκέφθηκε το προφίλ σας.»

ΥΓ. Αν κάτι τέτοιο συμβεί ποτέ ας προετοιμαστούμε για ένα βαρετό Facebook, όπου ό,τι μαθαίνεις για τον άλλον, θα προέρχεται μόνο απ’ την «Αρχική σελίδα».

Συντάκτης: Ματίνα Στυλίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη
πηγή: pillowfights.gr

Τώρα την προσέχω εγώ .. Την κάνω να γελάει | Radioexodos.gr

Ξέρω πώς είναι, το έχω περάσει κι εγώ· χωρίζεις, κάνεις τη ζωή σου, ξενυχτάς με φίλους, με γκόμενες, με τυχάρπαστους κι ορκίζεσαι πως δεν υπήρξες ποτέ καλύτερα. Το λες όταν δεν έχεις να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν για το πού είσαι και τι κάνεις, το λες όταν ξυπνάς το πρωί με γκόμενες που δε θα γυρνούσες να κοιτάξεις στο φως της μέρας και τ’ ορκίζεσαι κάθε που κάποιος φίλος σου δεν παρευρίσκεται στο γήπεδο επειδή τον έπρηζε η δικιά του.

Δεν έχεις ανάγκη, το λες και το χαίρεσαι κι ούτε σε νοιάζει τι κάνει εκείνη. Ησύχασες, ξέγνοιασες, πώς το λένε; Καλά να είναι όπου είναι και να μη σου γράφει.  Έτσι δεν έλεγες; Έτσι έλεγα κι εγώ κάποτε, τα ξέρω, δε σε παρεξηγώ, αφήνω μόνο την τραγική ειρωνεία να μας δείξει το μεγαλείο της.

Δεν την έχεις ανάγκη μέχρι να τη δεις με άλλον. Πόσο βάρβαρα σε χτυπάει στα μηνίγγια αυτή η εικόνα, ε; Πόσο άτσαλα συνειδητοποιείς πως τα δεδομένα σου δεν είναι πια και τόσο δεδομένα; Πόσο τσαλακώνονται οι αναμνήσεις σου, πόσο τέλος αντέχεις; Και πόσο πιο όμορφη σου μοιάζει τώρα που της κρατάει άλλος το χέρι, ε; Άστο φίλε μου, το ξέρω, το έχω περάσει κι εγώ.

«Να προσέχεις» της έγραψες στο μήνυμα κι ας ήξερες πως πλέον κοιμάται με άλλον. Δεν το άνοιξε, εγώ όμως το είδα. Την είχε πάρει ήδη ο ύπνος και δε θ’ άφηνα τίποτα να την ξυπνήσει. Πάλεψα πολύ για να μη με φοβάται, πάλεψα πολύ για να κοιμάται ήσυχη χωρίς να την τινάζουν οι εφιάλτες κι οι ανασφάλειες που της φόρτωσες. Όχι, δε θα ξυπνούσε τώρα, θα το έβλεπε το πρωί κι ας μπήκα στον πειρασμό να το σβήσω.

Θα το δει όταν ξυπνήσει γιατί δε μου επιτρέπεται να μην της αφήσω την επιλογή. Θα το ανοίξει και θα νιώσει το τσίμπημα που αρμόζει σε ένα τέτοιο μήνυμα, θα πάρει και το αίμα της πίσω για όλη την αδιαφορία που την τάισες όσο η αναμονή της για μια πιθανή επιστροφή σου δε σου κέντριζε το ενδιαφέρον. Τότε που για κάποιο λόγο που τώρα δε θυμάσαι, το κορίτσι μου σου έμοιαζε μακρινή ανάμνηση.

Θα την αφήσω να το δει επειδή ξέρω πως –είτε μου το πει είτε όχι– μετά την ανάγνωση της θλιβερής αυτής γραμμής σου θα χωθεί στην αγκαλιά μου και το βράδυ θα την ξαναπάρει ο ύπνος όσο γαλήνια της αξίζει.

Θα σε αφήσω να κάνεις το κομμάτι σου γιατί σου χρωστάω χάρη και δεν έχω άλλο τρόπο να σου το ξεπληρώσω· σου χρωστάω χάρη που την άφησες, καθώς αυτό το κορίτσι έκανε τη ζωή μου ομορφότερη, όσο κι αν με παίδεψε μέχρι να της μαντάρω τις πληγές. Άξιζε όλη την προσπάθεια του κόσμου και σε αυτό συμφωνούμε πλέον νομίζω, έτσι δεν είναι;

Μη με προκαλέσεις παραπάνω όμως, σε παρακαλώ. Κάθισε ήσυχος στην επιλογή σου, στα ξενύχτια σου και τα κατορθώματα που τόσο καιρό της μόστραρες χωρίς να σε νοιάζει πόσο την πόναγες και μη συνεχίσεις με τις μεγαλοψυχίες.

Αν ήθελες όντως να είναι καλά, ας στεκόσουν στο πλάι της όπως της άξιζε κι ας την πρόσεχες εσύ. Να κρατούσες το χέρι της και να το πάλευες μέχρι τέλους, έστω μέχρι εκεί που άντεχες. Να την έσφιγγες, ν’ ανεχόσουν τις παραξενιές της, να την ένιωθες αντί να την κατηγορείς για κάθε αντίδρασή της που δεν καταλάβαινες επειδή ήσουν ανίκανος να κατανοήσεις πόσο το πάλεψε για να μη σε χάσει.

«Να προσέχεις» της έγραψες κι εγώ το κοιτάζω και γελάω με την αφέλειά σου. Άραξε φίλε μου και μην ανησυχείς· τώρα την προσέχω εγώ.

 

Επιμέλεια Κειμένου Ανδρέα: Πωλίνα Πανέρη

πηγή: pillowfights.gr

 

Καμιά μέρα θα ερωτευτούμε και θα τρέχουμε | Radioexodos.gr

Σ’ αγαπώ. Μείνε. Για πάντα. Σε θέλω.

Το πήραμε ανάποδα. Ίσως και λανθασμένα. Ακουμπήσαμε απότομα σαν να μην υπήρχε αμφιβολία πως τα σημεία μας θα εφάπτονταν. Σηκώσαμε τα χέρια ευθεία, μπρος και με βήμα σταθερό περπατήσαμε ο ένας μες στον άλλον. Ύστερα, γίναμε ένα και γι’ αυτό εαυτό εγώ δεν μπορώ να ξεχωρίσω.

Όταν στα σημεία μας ταιριάξαμε και δεν υπήρχε κάτι άλλο πια να μάθεις και να μάθω για εσένα, μιλήσαμε για έρωτα. Κι αυτός μας φάνηκε άγνωστος ή ασήμαντος, γιατί έτσι, ασήμαντα του φερθήκαμε κι εμείς. Την κουβέντα μετά την κόψαμε, γιατί είναι πάντα λίγος ο χρόνος να μιλάς για πράγματα πεζά.

Πεζός είναι έρωτας κι εμείς συνολικά στο βάθος μας, ουσία. Εμείς επιλεχτήκαμε. Μόνοι μας. Η τύχη, μας εγκατέλειψε εκεί που μας έφερε μαζί. Ό,τι βλέπεις είναι κτίσμα ολόδικό μας, γι’ αυτό θα δεις και ρωγμές και πασαλείμματα.

Τα περισσότερα γίνανε από ταχύτητα κι αφέλεια. Και κοίτα να δεις, πώς και τα δύο πού και πού μοιάζουν να ‘ναι ένα. Εμπεριέχεται πάντοτε λίγη αφέλεια στην ταχύτητα. Καταλήγω τελικώς, πως όλα είναι γύρω μας σχεδιασμένα να μας φτιάχνουν πάντα από δύο, ένα.

Στο ίδιο κατέληξες κι εσύ, γι’ αυτό και δε διστάσαμε να ομολογήσουμε απ’ το τρίτο κοίταγμα πως νιώσαμε αγάπη. Αγάπη. Σαν να το ‘θελες κι εσύ κι εγώ να πνιγούμε ο ένας μες στον άλλον. Κι ήρθε κι η αγάπη κι αυτή, σαν συνηθισμένη.

Σαν από πάντα μου να σ’ αγαπούσα και σαν να ήξερες πώς να με αγαπήσεις κι εσύ. Κι επειδή η αγάπη είναι βολική, βολευτήκαμε κι οι δυο μας. Ακούμπησες εσύ επάνω μου κι εγώ απλώθηκα σ’ ό,τι εσύ πάνω μου είχες πρώτα ακουμπήσει.

Μετά πάλι αναρωτηθήκαμε. Ο έρωτας; Εγώ ήξερα αμέσως να σου απαντήσω, όμως εσύ κρατούσες στάση διστακτική. Κατέβασες το βλέμμα σου και σαν από ντροπή, σιώπησες. Πού είναι ο έρωτας; Ή μάλλον, ποιος; Γιατί στην ταυτοποίηση ειν’ το θέμα.

Κοιτάξαμε παντού. Αριστερά, δεξιά, στα σκονισμένα ράφια, στις γωνίες. Τα κάναμε όλα άνω-κάτω. Εύρημα μηδενικό. Μετά θυμήθηκα τις κλειστές τις πόρτες. Δεν κοιτάξαμε πίσω απ’ τις πόρτες. Πήγα, άνοιξα μία, να ο έρωτας. Μικρός, δειλός, φοβισμένος. Ρακένδυτος, μουτζουρωμένος, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω στα γόνατα. Έτσι που απόγινε, πώς να τον αναγνωρίσεις;

Στον έφερα έξω, τον κοίταξες. Δε σου έμοιαζε όπως ο παλιός. Ο παλιός ήταν παιδί. Τούτος εδώ, μεγάλωσε. Έχει προβλήματα, σκοτεινιάζει. Κοίτα, σου είπα. «Κι εμείς λέγαμε πως δεν υπήρχε». Δε φταίω εγώ, μου είπες. «Αυτός άλλαξε μορφή».

Συμφώνησα. Κι εγώ αλλιώς τον θυμόμουν τον έρωτα. Όμως σκέψου. Έτσι, όπως ήτανε παλιά, τον θυμάσαι; Σ’ ανατριχιάζει; Μάλλον όχι. Ο δικός μας, ο περίεργος όμως, θα σου μείνει. Γιατί ακριβώς είναι περίεργος κι αλλάζει. Τι τον θες; Θα γίνει.

Μεγάλωσες, ήθελες έρωτες σπουδαίους, που ν’ αντέχουν. Τι περίμενες να πάρεις; Ήθελες έρωτες αληθινούς, ορίστε. Πιο αληθινός, πεθαίνει. Εγώ για εσένα, πεθαίνω. Κι είναι αφελές, παρορμητικό κι ηλίθιο. Εγώ όμως, το λέω ρεαλιστικό. Αυτό είναι ο έρωτας.

Τα μάτια σου τώρα φωτίζουν. Πάντα φωτίζουν κάθε που βλέπεις κάτι και σ’ αρέσει. Με ευκαιρία, να σου πω κι εγώ πόσο μ’ αρέσεις. Ίσως τώρα να φωτίζουν και τα δικά μου μάτια. Ερχόμαστε κοντά κι απ’ το πουθενά, γεννιέται πάθος.

Με κρατάς. Σε κρατάω κι εγώ. Με κοιτάς, σε παρατηρώ κι αντίστροφα. Είμαστε τόσο κοντά, που η ανάσα σου με καίει. Η καρδιά σου χτυπάει. Δεν τη θυμάμαι να έχει χτυπήσει ποτέ ξανά έτσι, δυνατά. Εμείς που λέγαμε πως δε θα ερωτευτούμε. Γελάς και γελάω. Η λογική μας έκανε ηλίθιους.

Κι όμως, καμιά μέρα θα ερωτευτούμε και θα τρέχουμε. Αν και στο μέσα μας είμαστε ήδη ερωτευμένοι και φευγάτοι. Τρέχουμε. Τρέχουμε απ’ τους άλλους, τους ίδιους και τους ίδιους. Αυτοί φταίνε. Μας αμφισβήτησαν. Τρέχουμε απ’ τα λίγα. Εμάς μας αξίζουν περισσότερα. Τρέχουμε απ’ τη φάκα τους. Δε χωράει πάθη κι ερωτευμένους. Να φύγουμε.

Θέλω να σε ερωτευτώ μακριά από δω. Μακριά απ’ αυτούς. Να ‘χω τον χρόνο μου να σε παρατηρήσω. Θα ερωτευτούμε. Μέχρι τότε, άσε με λίγο να σε χορτάσω.

Συντάκτης: Αναστασία Θεοφανίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη
πηγή: http://www.pillowfights.gr

Όσους έχουν εύκολο το μπινελίκι μην τους φοβάσαι | Radioexodos.gr

Σκύλος που γαβγίζει δε δαγκώνει, λένε.  Ή δαγκώνει, αλλά δεν αφήνει σημάδι.

Υπάρχουν αυτοί οι χαρακτήρες που θα στα χώσουν με κάθε ευκαιρία, είτε το αξίζεις είτε όχι, που θα σε βρίσουν κατάμουτρα και δε θα κρατήσουν ούτε τα προσχήματα, ούτε θα καταλάβουν ότι ίσως σε προσβάλουν μπροστά σε άλλους. Συνήθως είναι φίλοι ή συγγενείς που νιώθουν μεγάλη οικειότητα, σε ξέρουν χρόνια και πιστεύουν πως οποιαδήποτε συμπεριφορά τους είναι δικαιολογημένη από σένα, επειδή γνωρίζεστε χρόνια.

Τις περισσότερες φορές όντως αυτοί οι χαρακτήρες δεν είναι κακοπροαίρετοι, απλώς να έχουν έναν πιο ιδιαίτερο και διαχυτικό τρόπο για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους για κάτι. Πολλές φορές δεν καταλαβαίνουν ότι ο έντονος τρόπος με τον οποίο εκφράζονται μπορεί να πληγώσει τον άλλον, γιατί έτσι είναι αυτοί και όλοι τους ξέρουν, επομένως δεν υπάρχει και αιτία παρεξήγησης.

Οι άνθρωποι αυτοί παρεξηγούνται πολύ εύκολα από τους άλλους, κυρίως από εκείνους που δεν τους γνωρίζουν καλά. Όχι ότι τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα η γνώμη των άλλων, βέβαια. Αν τους γνωρίσεις καλύτερα, καταλαβαίνεις ότι είναι πολύ καλόψυχοι και συμπονετικοί. Ότι παίρνουν πολύ προσωπικά τα ζητήματα που αφορούν τους άλλους, σαν να είναι δικά τους προβλήματα. Γι’ αυτό είναι πολλές φορές εριστικοί και οξύθυμοι και «τα χώνουν» χωρίς ενδοιασμούς. Γιατί νιώθουν σαν να συμβαίνει στους ίδιους, νιώθουν ότι πρέπει να υπερασπιστούν το δίκαιο.

Υπάρχουν βέβαια και οι πραγματικά πικρόχολοι που δεν έχουν καλή κουβέντα στο στόμα για κανέναν. Αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τα σκυλιά που γαβγίζουν. Είναι τσουχτεροί και χαιρέκακοι.

Όλοι οι άλλοι, αυτοί που σας σπάνε το τύμπανο με τις φωνές τους, που έχουν την ατάκα στο στόμα για να στην πουν μόλις κάνεις την κουταμάρα, που το παίζουν σκληροί και ασήκωτοι, λιώνουν σαν το βούτυρο μόλις καταλάβουν ότι πραγματικά χρειάζεσαι τη βοήθειά τους. Τότε κόβονται τα αστεία και τα μπινελίκια –ή τουλάχιστον περιορίζονται- και στέκονται πλάι σου. Σε νταντεύουν με τρυφερότητα, αλλά μπορεί να σου χώσουν και κανένα βρισίδι στο μεταξύ. Κι εσύ κάθεσαι κι αναρωτιέσαι πώς γίνεται ένας άνθρωπος να είναι τόσο αναίσθητος και ευαίσθητος ταυτόχρονα.

Μην τους φοβάστε αυτούς τους χαρακτήρες, γιατί είναι ανοικτό βιβλίο. Ό,τι βλέπεις παίρνεις. Ίσως να σου βγουν και καλύτεροι από αυτό που βλέπεις, αν ασχοληθείς να τους γνωρίσεις περισσότερο. Τους άλλους να φοβάσαι, τους μουλωχτούς, που η γλώσσα τους στάζει μέλι και η καρδιά τους φαρμάκι.

Συνήθως συνδυάζουμε το φωνακλά με άνθρωπο άξεστο και χωριάτη, ενώ ο εκλεπτυσμένος με καλούς τρόπους χαρακτήρας εκφράζεται πιο συγκρατημένα και χαμηλόφωνα. Έτσι χαμηλόφωνα όμως ξεστομίζονται οι πιο μεγάλες κακίες. Τις κακίες δεν μπορείς να τις φωνάξεις, φοβάσαι κι εσύ ο ίδιος που τις ξεστομίζεις να τις ακούσεις. Ο άνθρωπος που φωνάζει και είναι πιο πληθωρικός στις εκφράσεις του δεν μπορεί να σε προσβάλει τόσο πολύ, όσο εκείνος που θα σου μιλήσει με ήρεμη φωνή.

 

Επιμέλεια Κειμένου Βασιλικής Γραμμένου: Σοφία Καλπαζίδου

πηγή: pillowfights.gr

 

Όσοι ερωτευτήκαμε και μας περιφρόνησαν | Radioexodos.gr

Λένε, συνήθως, πως σ’ αυτήν τη ζωή ό,τι δίνεις παίρνεις. Πόσο εκ του ασφαλούς μιλάμε, όμως, όλοι μας, όταν ξεστομίζουμε τέτοιες βαρύγδουπες εκφράσεις; Υπάρχει αλήθεια αυτό το αίσθημα της δικαιοσύνης και της αμοιβαιότητας κάθε φορά που αποφασίζουμε να ερωτευτούμε; Μάλλον, όχι. Διαφορετικά, δε θα υπήρχαν τόσοι και τόσοι άνθρωποι, οι οποίοι βίωσαν την περιφρόνηση και την αδιαφορία, από άτομα τα οποία ερωτεύτηκαν με πάθος και τα οποία διεκδίκησαν μέχρι τελικής πτώσεως.

Και ναι, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι, ιδιαιτέρως ευαίσθητοι κι αλτρουιστές, όσον αφορά θέματα αγάπης κι έρωτα, οι οποίοι αποφασίζουν να δοθούν μ’ όλο τους το είναι κάθε φορά που ερωτεύονται, χωρίς καμία διάθεση για τσιγκουνιές και περικοπές σ’ όλα αυτά που νιώθουν. Ίσως συμβαίνει επειδή ερωτεύονται πραγματικά λίγες φορές στη ζωή τους, αλλά όταν το κάνουν, ξέρουν ακριβώς πώς να το ζουν και να το δείχνουν. Διεκδικούν, επιμένουν κι υπομένουν τα πάντα, ακόμη και την παντελή έλλειψη αδιαφορίας και σεβασμού απ’ τη μεριά του άλλου.

Επειδή πέρα από ‘κείνους τους πρώτους, υπάρχουν κι αυτοί οι δεύτεροι, οι οποίοι έχουν μάθει να περιφρονούν με μεγάλη άνεση καθετί που φαντάζει αδιάφορο στα μάτια τους, επιδεικνύοντας με τον τρόπο αυτόν την ασέβειά τους προς τα συναισθήματα των πρώτων. Οι τρόποι για να σε ματαιώσουν; Μα και βέβαια πολλοί και διάφοροι. Λίγη έμπνευση, λίγη φαντασία και λίγη καλή θέληση να ‘χει ο άλλος κι από τρόπους άλλο τίποτα.

Πόσες κλήσεις και πόσα μηνύματα να ‘μειναν, άραγε, αναπάντητα, με την πρόφαση ότι είτε δεν έφτασαν ποτέ στον αποστολέα τους ή ότι εκείνη τη στιγμή κάτι σημαντικότερο συνέβαινε στη ζωή του; Βέβαια, δεν είναι η απόσταση μόνο εκείνη που ευνοεί αυτήν την περιφρόνηση. Όταν ο άλλος είναι αποφασισμένος ν’ απαξιώσει κάθε σου συναίσθημα και κάθε σου προσπάθεια, μπορεί να το πετύχει κι από κοντά. Τυπικοί χαιρετισμοί σε συνδυασμό με απότομες και κοφτές απαντήσεις είναι μερικοί απ’ τους κλασσικούς τρόπους, με τους οποίους εκείνοι που περιφρονούν ξέρουν να δείχνουν την αδιαφορία τους.

Πιο θλιβερό είναι, όμως, όταν η περιφρόνηση αυτή υφίσταται μέσα σε μια σχέση. Είναι από ‘κείνες τις στιγμές που νιώθεις ότι έχεις αρχίσει να δένεσαι με τον άλλον κι αποφασίζεις να του εκμυστηρευτείς όλα όσα νιώθεις για ‘κείνον, με κάθε λεπτομέρεια. Ωστόσο, η προσδοκώμενη απάντηση δεν έρχεται ποτέ από πλευράς του. Αντί γι’ αγκαλιές και φιλιά, το μόνο που λαμβάνεις εκείνη την ώρα είναι ένα ειρωνικό, γεμάτο έπαρση χαμόγελο, τ’ οποίο συνοδεύεται απ’ τις εξής λέξεις: «Βιάστηκες να αισθανθείς».

Αλήθεια, όμως, πόσο εύκολο είναι να ματαιώνεις και να ματώνεις τον άνθρωπο που ξέρεις ότι θα ‘κανε τα πάντα για σένα, με μια σου μόνο λέξη; Εκείνον που αποφάσισε να σου ξεδιπλώσει το μεγαλείο της ψυχής του, δίχως να του το ζητήσεις; Όπως φαίνεται, λοιπόν, για μερικούς ανθρώπους αυτό είναι αρκετά εύκολο κι ανώδυνο. Μπορεί να πρόκειται γι’ ανθρώπους που ‘χουν πληγωθεί πολύ στη ζωή τους κι η αγάπη είναι κάτι ξένο προς αυτούς, που τους τρομάζει, ή μπορεί να ‘ναι απλά άνθρωποι που αρέσκονται να παίρνουν την επιβεβαίωση που χρειάζονται, μέσα απ’ τα συναισθήματα των άλλων.

Αναμφίβολα, σ’ όποια κατηγορία κι αν ανήκουν, η περιφρόνησή τους δε δικαιολογείται σε καμία περίπτωση. Είναι απολύτως κατανοητό κι αποδεκτό να μη σ’ αρέσει κάποιος, άλλα όχι να παίζεις με τα συναισθήματά του. Γιατί δεν είναι οι άνθρωποι άψυχα παιχνίδια για πούλημα. Σκέφτονται, νιώθουν, πονάνε και γι’ αυτό προτιμούν τις ξεκάθαρες εξηγήσεις, όσο σκληρές κι αν είναι αυτές. Είναι, μάλλον, αυτή η αδυναμία μας για ξεκάθαρες εξηγήσεις που ‘χει δημιουργήσει τόσους ανεκπλήρωτους έρωτες και τόσα απωθημένα.

 

 

πηγή: pillowfights.gr

 

Όσοι αγαπήθηκαν πολύ κάποια στιγμή θα ξαναβρεθούν | Radioexodos.gr

Ε, ναι λοιπόν χωρίσατε. Μετά από τρελά σκηνικά παράφορου έρωτα κι ας πιστέψατε πως είσαστε κι εσείς το ζευγάρι της κοψοχρονιάς, χωρίσατε. Και μάλιστα με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Βριστήκατε, πετάξατε αντικείμενα, σπάσατε πιάτα. Γενικώς ξεφτιλιστήκατε. Κακολογήσατε το έτερον ήμισυ σε γνωστούς φίλους και οικογένειες, βγάλατε τα άπλυτα που κρύβει κάθε σχέση στη φόρα. Πιάσατε πάτο. Δώσατε όρκους αιώνιου μίσους. Κάνατε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να πληγώσετε ο ένας τον άλλο. Μέχρι και ξενογαμηθήκατε αυθημερόν για να μπήξετε πιο βαθιά το μαχαίρι στην πληγή. Εύγε σας.

Ο καιρός περνούσε και ως γνωστόν, μάτια που δε βλέπονται πηδιούνται αλλού, αλλά το δοντάκι εξακολουθούσε να πονάει. Έσπασε ο διάολος το ποδάρι του λοιπόν και μια νύχτα ζόρικη, βρεθήκατε να τα πίνετε στο ίδιο μπαρ.

Λίγο το ποτό, λίγο η μουσική, λίγο ο θυμός που είχε πλέον περάσει, κοιταχτήκατε στα μάτια και έγινε το μπαμ. Αρχίσανε τα τηλέφωνα, οι εξηγήσεις και τα ρέστα. Το κλασικό παιχνίδι ποντικού-γάτας. Λίγο εμφανίζομαι εγώ, λίγο εσύ, λίγο σε κυνηγάω, λίγο κρύβεσαι. Ωριμότητα πάνω από όλα. Με τα πολλά κι έπειτα από πολύμηνες διεργασίες, γιατί εσύ έτσι, γιατί εγώ εκείνο, η μαγιονέζα άρχισε να δένει και πάλι. Από ό,τι φαίνεται αγαπιόσαστε αληθινά, πέρα από τη μαλακία που σας δέρνει. Βέβαια υπάρχει ένα πρακτικό κόλλημα. Ο περίγυρος και των δυο, μετά από όσα ακολούθησαν το χωρισμό, δεν έχει και την καλύτερη άποψη για τον «αντίπαλο». Και λογικό είναι. Οπότε τώρα τι;

Κρυφά ραντεβού, ποτάκια σε σκοτεινά μαγαζιά, σεξ στο δάσος. όμορφα. Έχετε μπει λοιπόν σε μια διαδικασία όπου είστε διατεθειμένοι να ξεχάσετε το παρελθόν, ό,τι έγινε έγινε, ψωμί κι αλάτι βρε αδερφέ και να πάτε παρακάτω χέρι-χέρι.

Οι γύρω σας κρατούν μικρό καλάθι.

«Ρε μαλάκα είσαι σίγουρος;»

«Μαράκι μου, θα αντέξεις; Πάλι τα ίδια θα σου κάνει, δεν αλλάζει ο άνθρωπος».

Άλλοτε επηρεάζεστε λίγο κι άλλοτε πολύ. Αλλά το έχετε πλέον αποφασίσει. Μαζί ρε και όπου βγει. Κι ας μην έχετε την έγκριση των γονιών σας. Κι ας είναι τρελή κι ας είναι μαλάκας. Είμαι μαζί σας, φτάνει πια με τους συμβατικούς έρωτες βολέματος, με ζευγάρια που κάνουν έρωτα κάθε δεύτερο Σάββατο και δεν μπήγουν τις φωνές, αλλά κατά τα άλλα περνάνε καλά. Δε χύνουν ρε αυτοί, μη τους ζηλεύετε.

Σίγουρα έχεις κάποιον φίλο που τα μεθυσμένα βράδια αναπολεί την τάδε, αλλά περνάει όμορφα με τη Σοφία, ησύχασε το κεφάλι του. Πίπες. Πάντα με την τρελή θα θέλει να είναι, απλά δεν έχει τα κότσια να αντιμετωπίσει τις συνέπειες και το τι θα πει ο κόσμος.

Και ναι, κι εμένα με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος, αλλά ας όψεται. Δεν χρειάζεσαι πάντα ένα μακρόπνοο πλάνο. Κάποιες φορές χρειάζεται απλά ένα βαρύ ζευγάρι αρχίδια.

Ή αποφασίζεις να ζήσεις στα άκρα κι αυτό που πραγματικά γουστάρεις με όλες τις συνέπειες ή διαλέγεις την κουρτίνα με το ζόνκ, την έγκριση της μαμάς και μια μετριότητα για όλη σου τη ζωή. Προσωπικά, δεν έχω καταλήξει ακόμη αν όλο αυτό χρειάζεται μαγκιά ή απερισκεψία, τα συμπεράσματα δικά σας.

Και ναι λοιπόν, όσο κλισέ κι αν είναι, οι μεγάλοι έρωτες όντως αυτοκαταστρέφονται από την ίδια τους την ένταση. Αν όμως ήταν πραγματικά μεγάλοι, βρίσκουν τον τρόπο και την δύναμη να ξαναφτιάξουν τα πάντα από την αρχή. Κι ας μη μιλούσαν για μήνες κι ας φτάσανε στο μηδέν κι ας κοιμήθηκαν σε χωριστά κρεβάτια.

Μην ελπίζεις σε κάτι μαγικό για να φτιάξουν όλα. Στα μάγια πιστεύουν οι δειλοί.