ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΫΠΝΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΜΟΝΕΣ | RADIOEXODOS.GR

Είναι περίεργος τύπος ο ύπνος. Ιδιότροπος κι εγωιστής. Δεν έρχεται όποτε τον θες εσύ, δε σέβεται τις επιθυμίες σου, δεν ακολουθεί τις οδηγίες σου. Μπορεί να έρθει ως απρόσκλητος επισκέπτης, όταν έχεις να ολοκληρώσεις ένα δύσκολο project και να σε αγνοήσει επιδεικτικά, όταν οι συνθήκες που του έχεις ετοιμάσει είναι ιδανικές.

Μερικά βράδια ο ύπνος δε σου κάνει τη χάρη. Αρνείται να σε πάρει κοντά του, να σε τραβήξει μακριά απ’ όσα θες ν’ αποφύγεις, να σε λυτρώσει απ’ όσα σε καίνε τις υπόλοιπες ώρες.

Είναι αυτές οι νύχτες που στριφογυρνάς, κουλουριάζεσαι στα σεντόνια σου, σκεπάζεσαι με προσεκτικές κινήσεις και μετά ξεσκεπάζεσαι ξανά, γιατί ζεστάθηκες. Προσπαθείς να βρεις την πιο βολική στάση, αλλά καμία δεν είναι ιδανική, σαν ν’ αρνείται το σώμα σου να συνεργαστεί με το κρεβάτι.

Λες στον εαυτό σου ότι σου βγαίνει η ένταση της ημέρας, ότι έχεις πιεστεί τον τελευταίο καιρό στη δουλειά. Βρίσκεις κάποια εκκρεμότητα που να δικαιολογεί το τόσο άγχος, την υπερένταση, την αϋπνία. Στην εποχή που ζούμε είναι το μόνο εύκολο.

Οι απλήρωτοι λογαριασμοί θα φταίνε. Το deadline που πλησιάζει απειλητικά. Η χαλασμένη βρύση του μπάνιου που στάζει κι αυτό το ηλίθιο ρολόι που κάνει συνέχεια τικ-τακ, τικ-τακ σαν δαιμονισμένο. Υπήρχε πάντα αυτό το ρολόι στην κρεβατοκάμαρα; Πώς δεν είχες προσέξει τον ενοχλητικό του ήχο νωρίτερα;

Πιέζεις τον εαυτό σου να χαλαρώσει, επιβάλλεις στο μυαλό σου να πετάξει έξω κάθε ενοχλητική σκέψη, προσπαθείς να δημιουργήσεις εικόνες που σε γαληνεύουν. Φτιάχνεις χαμομήλι, βάζεις λίγη χαλαρωτική μουσική, ίσως ν’ άναβες κι ένα τσιγάρο.

Αρχίζεις να ταξιδεύεις στους πραγματικούς λόγους που σε κρατάνε ξύπνιο τέτοια ώρα. Η σκέψη σου πάει αυτόματα στον προορισμό της, η αϋπνία σου αποκτά ταυτότητα, έχει ονοματεπώνυμο πια, έχει στοιχεία. Έχει ένα βλέμμα που διαπερνά κάθε κύτταρο του κορμιού σου κι ένα χαμόγελο που σου κόβει την ανάσα.

Παλεύεις να κόψεις τη φόρα της σκέψης σου. «Όχι πάλι» της λες, «μη με πηγαίνεις εκεί, δεν το αντέχω». Είναι αργά, μην κουράζεσαι άσκοπα. Δεν το πρόλαβες το κακό ούτε απόψε. Τώρα θα μείνεις ξύπνιος.

Θ’ αναμετρηθείς με την απουσία. Θα καταλάβεις το μέγεθος της έλλειψης. Θα κοιτάξεις αυτό το ηλίθιο κινητό που η υπερβολική σιωπή του σ’ έχει διαλύσει και θα θελήσεις να το πετάξεις απ’ το παράθυρο. Θα το πιάσεις στα χέρια σου κι αυτόματα, η σκέψη να το πετάξεις θα χαθεί.

Μπορεί ν’ αρχίσεις να γράφεις ένα μήνυμα ή να σχηματίζεις έναν αριθμό, αλλά δε θα φτάσεις μέχρι τέλους. Είναι αργά, πολύ αργά, τι θα σκεφτεί για σένα; Και τι να πεις;

Καλύτερα να περιμένεις. Ναι, αυτό θα κάνεις, θα περιμένεις. Εξάλλου, αν ήθελε, θα επικοινωνούσε, θα ερχόταν, κάτι θα έκανε. Έτσι δεν είναι; Δεν είναι ηχηρό μήνυμα από μόνη της η σιωπή του άλλου;

Κοιτάς τον εαυτό σου και σου φαίνεται τόσο αξιολύπητος που χάνει τον ύπνο του, περιμένοντας ένα ακαθόριστο «κάτι». Ένα σημείο ζωής, ένα «σε σκέφτομαι» ή «μου λείπεις» ή «δε νομίζω ότι αντέχω να περάσω άλλη μια νύχτα μακριά σου». Ειδικά το τελευταίο, τι δε θα ‘δινες γι’ αυτό το τελευταίο!

Πώς αντέχει, γαμώτο; Γιατί να κοιμάται τώρα κι εσύ να ξαγρυπνάς; Γιατί να γεμίζει η άδεια θέση δίπλα σου με το παραφουσκωμένο τασάκι και μ’ αυτό το βουβό κινητό που το κοιτάς και το ξανακοιτάς, λες και δε θ’ ακουγόταν το «κλικ», αν ερχόταν μήνυμα;

Κι επιτέλους, πότε θα σε πάρει πια ο ύπνος, πότε θ’ αρχίσουν να κλείνουν τα μάτια σου και θα ηρεμήσεις απ’ όλες αυτές τις βασανιστικές σκέψεις; Πότε θα ξεφύγει το μυαλό σου απ’ αυτή την παγίδα;

Αρχίζει να μπαίνει ένα αχνό φως στο δωμάτιο. Ξημερώνει. Θα πας στη δουλειά και θα σέρνεσαι. Θα σε ρωτήσουν «τι έχεις;» και θα τους απαντήσεις «αϋπνίες». Εσύ θα ξέρεις όμως. Την έχεις καταλάβει πια την αλήθεια, κι ας μην την παραδέχεσαι.

Δεν είναι αϋπνίες, μάτια μου. Αναμονές είναι.

 

Επιμέλεια κειμένου Ζωής Ναούμ: Νάννου Αναστασία.

Συντάκτης: Ζωή Ναούμ

ΠΗΓΉ: PILLOWFIGHTS

Π. Χριστάκης: ένας “Φελπς τσέπης” | Radioexodos.gr

Του Ιωάννη Τριανταφύλλου…

Είναι τέλη Αυγούστου και ο Παναγιώτης Χριστάκης περπατά στην Πέτρου Συνδίκα. Πηγαίνει στο In spot cafe, να συναντήσει τους φίλους του, έχει το κεφάλι του κάτω, είναι σκεφτικός. Κάποιοι τον κοιτάζουν με περιέργεια, κάποιοι άλλοι σχολιάζουν -ελαφρώς χλευαστικά- το μικρό του ύψος ( γύρω στο 1.50μ. ). Εκείνο που αγνοούν όλοι τους, είναι ότι από δίπλα τους μόλις πέρασε ένας ( αργυρός ) πρωταθλητής Ευρώπης…. Αφού ο -μικρός το δέμας- Παναγιώτης είναι αθλητής, κολυμβητής στα 50μ. ελεύθερο, 100μ.ελεύθερο, 50μ. πεταλούδα και 200μ. μικτή. Και το κεφάλι του είναι κατεβασμένο γιατί έχει το νου του συγκεντρωμένο στο Ρίο όπου εκπροσωπεί την Ελλάδα στους Παραολυμπιακούς Αγώνες.

Με το κολύμπι ασχολήθηκε από μικρή ηλικία ενώ με τον πρωταθλητισμό από το 2007, μετά από σχετική παρότρυνση του προπονητή του. Η πορεία ήταν μάλλον υπεράνω των προσδοκιών του: μετάλλια σε πανευρωπαικά, πλασαρίσματα σε παγκόσμια πρωταθλήματα και τώρα οι Παραολυμπιακοί της Βραζιλίας. Τι χρειάστηκε για όλα αυτά? «Θυσίες, ισχυρή θέληση, κόποι, πίστη στον σκοπό μου, αφοσίωση» λέει ο Παναγιώτης. «Όταν κάνεις πρωταθλητισμό “δίνεις” όλον τον χρόνο σου στο κολύμπι, παραμελείς φίλους, οικογένεια, δουλειά, τους πάντες και τα πάντα. Αλλά τη στιγμή της επιτυχίας, όλα αυτά ξεχνιούνται. Αισθάνεσαι χαρά, συγκίνηση, ένα είδος δικαίωσης για τους κόπους σου». Συνεπώς, ποιά θα ήταν η συμβουλή που θα είχε να δώσει στους νέους αθλητές, με βάση τη δική του εμπειρία: «Αν αγαπούν αυτό που κάνουν, αν το κάνουν επειδή όντως το θέλουν, τότε, ναι, ασφαλώς, να ασχοληθούν. Διαφορετικά, άδικος κόπος…Πρέπει να αγαπάς αυτό που κάνεις. Διαφορετικά, δεν έχει νόημα». Οπότε αν όντως το αγαπούν? «Προπόνηση και μόνον προπόνηση! Σκληρή δουλειά. Δεν υπάρχει κάτι άλλο».

hristakis2

Ποιά είναι τα σχέδιά του για το μέλλον? «Είμαι 22 ετών, πιστεύω ότι έχω μπροστά μου ακόμη 4-5 πολύ καλά χρόνια. Αισθάνομαι δυνατός, συνεπώς, θα τα δώσω όλα για ακόμη μεγαλύτερες επιτυχίες. Βεβαίως ο ανταγωνισμός αυξάνεται, νέοι αθλητές έρχονται με…φόρα, όλα γίνονται πιο δύσκολα. Αλλά αν είμαι υγιής και δεν εχω τραυματισμούς νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω». Πάντοτε μαζί με τον προπονητή του Γρηγόρη Σπανούδη, υπό τις οδηγίες του οποίου αναδείχθηκε δεύτερος στην Ευρώπη ενώ είναι και ο άνθρωπος που τον καθοδηγεί προπονητικά τώρα στο Ρίο, με ελπίδα για μια μεγάλη διάκριση για την Ελλάδα.

Πώς όμως είναι ένας επίδοξος παραολυμπιονίκης στην καθημερινή του ζωή? Ο στενός του φίλος Αγγελος Πλαζομίτης, ο οποίος τον ζει στην καθημερινότητά του μάς κατατοπίζει σχετικά: «Ο Παναγιώτης θυσίασε πολλες αγαπημένες συνήθειές του για να αφοσιωθεί στον αθλητισμό. Πολύ σημαντικό στοιχείο για την πορεία του ήταν ότι είχε πάντοτε κοντά του την οικογένεια του η οποία τον στήριξε σε κάθε βήμα του και κάποιους πολύ καλούς φίλους του. Ολομόναχος, νομίζω κανένας μας δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει όλα. Ο Παναγιώτης πέρασε δύσκολες καταστάσεις στην καθημερινότητά του, πράγμα που όμως δεν τον εξέτρεψε από την πορεία του. Είναι πολύ αθόρυβος άνθρωπος, δεν προκαλεί με την παρουσία του, δεν δίνει δικαιώματα. Οπότε και δεν εισπράττει…περίεργες συμπεριφορές, ασφαλώς πέρα από κάποιες -θα τις χαρακτήριζα- ‘παιδικές’ αντιδράσεις αγνώστων που μπορεί να τον δουν για πρώτη φορά .Στην παρέα του έχει καταφέρει να γίνει το πιο αγαπητό μέλος όχι λόγω της ιδιαιτερότητάς του αλλά καθαρά λόγω χαρακτήρα. Ο ίδιος αντιμετωπίζει ‘το θέμα του’ απολύτως φυσιολογικά, με χιούμορ. Ενώ η ιδιατερότητά του δεν μειώνει καθόλου την αυτοπεποίθησή του στο θέμα “γυναίκα” αφού δεν…κωλώνει να προσεγγίσει όποια του αρέσει, με εξαιρετικά μεγάλη αυτοπεποίθηση!».

hristakisipod-768x576

Ο Παναγιώτης καληνυχτίζει τους φίλους του, παίρνει νωρίς τον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι. Είναι κουρασμένος, αφού οι προπονήσεις για τους αγώνες του Ρίο είναι σκληρές, δύο φορές κάθε μέρα. Στον δρόμο -και πάλι- κάποιοι που δεν τον ξέρουν, τον κοιτάζουν παράξενα. Εκείνος δεν δίνει την παραμικρή σημασία. Στο μυαλό του ήδη “δουλεύει” την κούρσα του στο Ρίο. Και, όπως κάθε πρωταθλητής, είναι τόσο πολύ αφοσιωμένος στον σκοπό του που κανείς και τίποτε δεν μπορεί να τον αποσπάσει από αυτόν»…

 

πηγή: poplike.gr

ΗΘΕΛΑ ΝΑ` ΣΕ ΕΣΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΟΥ | RADIOEXODOS.GR

Δεν είσαι ο άνθρωπός μου. Το ξέρω, το ‘χω πια καταλάβει, φρόντισες να μου το κάνεις κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο με τη συμπεριφορά σου. Όσο εύκολα και φυσικά κι αν ξεκίνησε το μεταξύ μας, όσο κι αν ενθουσιαστήκαμε και οι δυο, στην πορεία κάπου χάλασε το πράγμα. Κάπου ύψωσες τείχη εσύ, κάπου γύρισα την πλάτη εγώ, το χάσαμε.

Δεν είσαι ο άνθρωπός μου γιατί τα παράτησες πριν καν προσπαθήσεις. Γιατί «άνθρωπός μου» σημαίνει ότι είσαι κάτι μοναδικό κι εσένα δε σ’ ενδιέφερε καν να γίνεις κάτι μοναδικό. Το βασικό στον άνθρωπο που θεωρείς δικό σου, είναι ότι δε σ’ αφήνει να πέσεις έξω κι εσύ όχι μόνο με άφησες, αλλά με έσπρωξες κιόλας. Μας βοήθησες ν’ αποτύχουμε.

Νόμιζα ότι οι άνθρωποι σαν εσένα όταν θέλουν κάτι τώρα, το διεκδικούν τώρα, γιατί μέχρι αύριο είναι πολύς καιρός. Νόμιζα ότι οι άνθρωποι σαν εσένα δεν αφήνουν πράγματα μισοτελειωμένα κι όταν πραγματικά παθιάζονται με κάτι, αδυνατούν να βάλουν τον κυνισμό τους πιο πάνω. Νόμιζα ότι άνθρωποι σαν εσένα δεν κρύβονται πίσω από υποχρεώσεις και προγραμματισμένες ζωές.

Υπό άλλες συνθήκες δε θα μ’ ένοιαζε τίποτα από τα παραπάνω, ούτε θα καθόμουν μιάμιση μέρα μπροστά στον υπολογιστή σβήνοντας και γράφοντας, προσπαθώντας μάταια να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Υπό άλλες συνθήκες, θα είχα βρει ήδη κάτι άλλο να ασχοληθώ, θα αδιαφορούσα πλήρως για την καθημερινότητά σου και δε θα σε έβλεπα στον ύπνο μου κάθε βράδυ. Μόνο που ήθελα να είσαι εσύ ο άνθρωπός μου κι ας ξέρω ότι δεν είσαι. Ήθελα να είσαι για όσο –δε με ενδιαφέρουν, ούτε και μ’ ενδιέφεραν ποτέ, υποσχέσεις με χρονικό περιθώριο.

Ήθελα να είσαι εσύ, γιατί ξέρω ποιο είναι το μοναδικό πράγμα για το οποίο ντρέπεσαι και ξέρεις ότι ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου είναι μήπως δε βρω κάτι στο οποίο να είμαι εξαιρετικά καλή. Γιατί είχα βρει τρόπο να συνεννοούμαι χωρίς καμιά προσπάθεια και γιατί καταλάβαινα τους λόγους που σκοτείνιαζες, με την ελάχιστη δυνατή εξήγηση από μεριάς σου.

Ήθελα να είσαι εσύ, γιατί ήσουν ο μόνος που με έβγαζε εκτός προγράμματος και το απολάμβανα. Εγώ, που χωρίς πρόγραμμα δε λειτουργώ, που αν δεν έχω τον έλεγχο για τα πάντα αγχώνομαι μέχρι αηδίας, γούσταρα που με έβγαζες εκτός προγράμματος. Δε με πείραξε που ήμασταν όλη μέρα έξω και δεν είχα σηκώσει τηλέφωνο σε κανέναν, ούτε που πήγα να σηκωθώ για δουλειά το πρωί κι επειδή μουρμούρισες «πέντε λεπτά ακόμα» άργησα 45 λεπτά.

Για πρώτη φορά δε με ενοχλούσε ο αυθορμητισμός και ανακάλυψα πως μπορείς να είσαι στο ίδιο σπίτι με έναν άνθρωπο 24 ώρες το 24ωρο χωρίς να βαριέσαι, χωρίς να σε πιάνουν τάσεις φυγής, χωρίς να θέλεις να του κοπανήσεις κάτι στο κεφάλι.

Ήθελα να μη μας θεωρείς χαμένη υπόθεση. Να μπορείς να μου ανοίγεσαι, γιατί δεν πρόκειται να καταχραστώ το χώρο που μου κάνεις στη ζωή σου. Ούτε σκοπεύω να καταπατήσω όσα έχεις φυλαγμένα για σένα. Να μάθω επιτέλους όλες τις ιστορίες με τους φίλους σου και κυρίως, να θέλεις εσύ να τις μάθω. Να θέλεις να μου τις πεις, για να με εισάγεις έστω και σαν θεατή σε όσα έχεις ζήσει ως τώρα.

Να μη φοβάμαι κι εγώ να σου πω όσα νιώθω, σκεπτόμενη πως θα τα θεωρήσεις παιδικά και παραφουσκωμένα. Να μπορώ να σου μιλήσω χωρίς να φοβάμαι τον κυνισμό σου –φοβάμαι ήδη το δικό μου. Ήθελα να είσαι άνθρωπός μου, γιατί δε θαυμάζω πολύ κόσμο κι εσύ με κάποιον τρόπο κέρδισες το θαυμασμό μου σχεδόν απ’ την αρχή.

Στην τελική όμως, δεν έχει καμιά σημασία το τι ήθελα. Σημασία έχει ότι εγώ κάθομαι και παιδεύω το μυαλό μου για κάτι που μου αποδεικνύει καθημερινά πως έχει φύγει. Σημασία έχει ότι αν όντως ήταν αμοιβαίο όλο αυτό, θα ‘σουν εδώ κι αυτό το κείμενο δε θα υπήρχε ούτε σαν σκέψη στο μυαλό μου. Σημασία έχει ότι ήθελα να είσαι άνθρωπός μου, αλλά τελικά αποδείχθηκες λίγος γι’ αυτό.

Συντάκτης: Σοφία Καλπαζίδου

ΠΗΓΉ: PILLOWFIGHTS

ΟΙ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΛΑΘΟΣ ΑΤΟΜΑ | RADIOEXODOS.GR

Κάτσε να μιλήσουμε για απόσταση. Κανονικά θα ξεκινούσα πρώτη μα μιας που διατηρούμε τους στοιχειώδεις έστω τύπους, θα παρακάμψω. Tι ζημιά σου άφησε; Μέτρα απώλειες, να υπολογίσεις κοστολόγιο.

Κοίταξε, πολλοί το συμμερίζονται το δράμα σου. Βέβαια στο δράμα υπάρχουν και κενά. Ύστερα, δηλαδή, από τόσες ανεπιτυχείς επαναλήψεις δεν τη δικαιολογείς την ατυχία. Πώς γίνεται και σου φεύγουν ένας-ένας; Επίσης, παρατηρείς ή ίσως κι επισκευάζεις μια κάποια εμμονή. Και γιατί δηλαδή να είναι πάντα αυτός ο ένας που θα θες ο αποχωρήσαντας;

Υπάρχουν τόσοι και τόσοι. Είχε να διαλέξει από γνωστούς απλούς κι άγνωστους, αδιάφορους και μέτριους, παλιούς και παραιτηθέντες. Και πάντα να φεύγει ο λάθος ένας. Γι’ αυτό κι εσύ το έμαθες πια με κανέναν να μη δένεσαι. Κι αν και ποτέ δεν το τηρείς, αρκεί -τουλάχιστον- που έστω για λίγο το πιστεύεις.

Αλήθεια, πριν δε σ’ ένοιαζε μα να, είναι που τώρα μεγαλώνεις κι η ταρίφα στην απώλεια χρεώνεται διπλή. Σου λένε να προφυλαχτείς. Πώς; Λες και ποτέ τη μυρίζεσαι τη φάκα. Με την κουβέντα την πολλή κουράζεσαι κι εν τέλει φτιάχνεις μία μόνος σου.

Η απόσταση -κι ας το ξέρεις- χωρίζει τους λάθος μόνο ανθρώπους. Και το κάνει απροκάλυπτα, λες και πήρε άδεια από κανέναν. Όσους σου περισσεύουν, στους αφήνει. Λες κι είναι γραφτό σου να ταιριάζεις μόνο στη σαβούρα. Κι αυτό, όπως και να το κάνουμε, το μέσα σου δεν το δέχεται κι ούτε το χωράει. Ποιος της το επέτρεψε; Έχεις τόσους και τόσους να διώξεις κι αλήθεια, για να το κάνεις δε θα δυσκολευόσουν.

Αυτή τη στιγμή μπορείς να κατονομάσεις κιόλας πέντε, φτάνει ν’ ανταλλαχτεί μ’ αυτόν τον έναν. Θα τη δικαιολογήσεις για ό,τι τόλμησε και σου πήρε μέχρι πρότινος, αρκεί μονάχα να μην επαναληφθεί ποτέ το ίδιο.

Και μάντεψε τώρα τι ακολουθεί. Ό,τι πάντοτε συμβαίνει κάθε που τα βάζεις με αδικίες. Τίποτα, φίλε μου. Και να τώρα, που γεννιούνται κι άλλες απορίες. Ας πούμε, κι αν όλα σου πάνε στραβά, εσύ τι κάνεις; Κι αν πάνε κάτι να σου κλέψουν, πώς το προστατεύεις;

Περνάς στην αντεπίθεση. Και πεισμώνεις. Κι εκνευρίζεσαι. Και διεκδικείς. Όχι, ρε, δε χωρίζουν έτσι οι άνθρωποι. Θα την παλέψεις την απόσταση κι αν βγει, σου βγήκε. Αν όχι, θα πεις πως στο τέλος, ήσασταν κι οι δυο απάλευτοι.

Έλα, γιατί με το σταυρό στο χέρι, δε σώθηκε κανείς. Κάνε τα κουμάντα σου κι ό,τι θέλει ας σου έρθει. Η απόσταση σε φοβάται πιο πολύ απ’ ό,τι εσύ εκείνη. Και ναι μωρέ, είναι άδικη η τόση βαρβαρότητα.

Με τον καιρό βέβαια, θα δεις πως συνηθίζεις. Η κλάψα σου θα γίνει φορτική κι έτσι τελικώς όπως όλοι κι εσύ θα καταλήξεις πως έτσι είναι αυτά.

Όλα καλά, δεν τρέχει τίποτα. Έτσι είναι αυτά.

Συντάκτης: Αναστασία Θεοφανίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

ΠΗΓΉ: PILLOWFIGHTS

ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΚΑΙ ΞΥΠΝΑΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΚΙ ΑΣ ΜΗΝ ΤΟ ΜΑΘΕΙ ΠΟΤΕ | RADIOEXODOS.GR

Κοιμάσαι και ξυπνάς με τη σκέψη εκείνου του ανθρώπου που κατάφερε να μαγέψει την πραγματικότητά σου και να την μπερδέψει γλυκά με το όνειρο. Τον φροντίζεις, τον νοιάζεσαι, τον αγαπάς και τον έχεις εκεί δίπλα σου να μοιράζεσαι στιγμές κι ανάσες, αγκαλιές και χάδια. Εισέρχεσαι κάθε φορά σ’ έναν κόσμο που έζησες και δε χόρτασες ή σ’ έναν κόσμο που έπλασες κι αναζητάς.

Εκεί αφήνεσαι, στα χέρια του νανουρίζεσαι, ζεσταίνεσαι κι ηρεμείς χωρίς να ενοχλείς και να ενοχλείσαι από τρίτα πρόσωπα ή από συνθήκες που δεν μπορούν να σας ευνοήσουν για να είστε μαζί. Κλείνεις τα μάτια σου και το σκοτάδι ζωγραφίζει την εικόνα του. Σου απλώνει το χέρι και γίνεται το ταίρι σου για να σε οδηγήσει σε μονοπάτια που υπάρχετε μόνο εσείς.

Ουτοπία ή φαντασία, ή απλώς εκείνη η ευχή που δεν τόλμησε το στόμα να εκφράσει, μα εισακούστηκε κι ίσως να βγει αληθινή γιατί κανείς δεν μπορεί να κάνει σχέδια και πλάνα σε τούτη τη ζωή. Όσο κι αν το θέλεις, με το καλημέρα σας υπάρχει πάντα η πιθανότητα της ανατροπής.

Κι όμως εσύ εξακολουθείς να κοιμάσαι και να ξυπνάς εκεί κοντά του κι ας μην το ξέρει κι ας μην το μάθει ποτέ. Άλλωστε ένα τσιγάρο δρόμος είναι να μάθει κάποιος όσα επιθυμείς και να στα δώσει. Και στην τελευταία εκπνοή να γίνει εκείνος όσα θες χωρίς να του το ζητήσεις. Αρκεί να νιώθει, αρκεί να καταφέρει να νιώσει ή να δεχτεί να μάθει να νιώθει.

Να μη φοβηθεί τα συρματοπλέγματα και να έρθει ένα βράδυ να πλαγιάσει στο μαξιλάρι σου, να μοιραστεί τη ζέστα του κορμιού σου, να κυλιστεί στο άρωμα της σάρκας σου και να μαντέψει τις απόρρητες πληροφορίες σου για να σε ξεκλειδώσει.

Κι έπειτα να μείνει εκεί, κοντά σου. Να κρυφοκοιτάζει τον ύπνο σου και να προκαλέσει τον ξύπνιο σου, ανακαλύπτοντάς σε. Να μη σ’ αφήσει, να μη σε αδειάσει, έτσι όπως το κάνει η τόσο ύπουλη διαπίστωση της πραγματικότητάς σου, στο καθημερινό άνοιγμα των βλεφάρων σου.

Να μην το βάλει στα πόδια με την αποχώρηση του Μορφέα, να γίνει εκείνο το πρόσωπο που θα κοιτούν τα μάτια σου στην καληνύχτα και στην καλημέρα και να πάψει να μη γνωρίζει την τόσο έντονη παρουσία του στη ζωή σου, τη στιγμή της απουσίας του.

Να πάψεις να του δίνεις άφεση κάθε φορά που σου λείπει κι εσύ ριγείς και πονάς. Γιατί κάποτε πρέπει να μάθει πως εσύ κοιμάσαι και ξυπνάς έχοντας χαραγμένο το ομοίωμά του στο διπλανό σου μαξιλάρι. Να μην αργοπορεί και να μην επαναπαύεται στην ασφάλεια της φαντασίας σου. Να πάψει να είναι όνειρο, να μη χάνεται σε άνιωθες διαδρομές και να μην αδειάζει σε ανούσιες αγκαλιές τα τόσα συναισθήματα. Να μην «πεθαίνει» στο ξημέρωμα και να μη γίνεται λυγμός στους άδειους τοίχους και στις σιωπές.

Τι κι αν κοιμάσαι και ξυπνάς με το πρόσωπο του σαν να είναι άγγελος του ύπνου σου; Τα φτερά του τα έχεις ανάγκη κι όταν τα μάτια σου κοιτούν τον ήλιο, τον χρειάζεσαι με σάρκα κι οστά στα καθημερινά σου περπατήματα κι οφείλεις στον εαυτό σου να το μάθει και να το διεκδικήσει.

Ίσως να κολλάς στις αντίξοες συνθήκες και να επιμένεις να κρατάς τούτο το πλάσμα μόνο για δική σου συντροφιά, πλάθοντας το καταφύγιό σου και προσκυνητάρι σου, αρνούμενος να το μοιραστείς ή να διακινδυνέψεις να γκρεμίσεις το δικό σου τέλειο κι έτσι εξακολουθείς να μένεις και να επιμένεις να κοιμάσαι και να ξυπνάς με άδειο μαξιλάρι και με ζωή γεμάτη από «αν» κι ερωτηματικά.

Για πόσο αντέχει άραγε να το κάνει αυτό ένας άνθρωπος; Ποια είναι τα όριά του; Στη θύμηση και στις αναμνήσεις, στις φοβίες και στην ανασφάλεια δικαιούμαστε να εκτελούμε όσα μπορούμε να έχουμε; Κοιμάσαι και ξυπνάς σκεπάζοντας μυαλό και κορμί με σύννεφο ονείρου και φαντασίας κι εγώ αναρωτιέμαι για πόσο ακόμη, φίλε μου; Αντί να κυνηγάς φαντάσματα απλώς έλα πιο κοντά στις προσδοκίες σου. Κι αν αυτές είναι τόσο άπιαστες απλώς ξεκίνα να διασχίζεις το δρόμο και μην περιμένεις να πάψει ο κόσμος να κινείται για να μπορέσεις να βρεθείς στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Κοιμήσου και ξύπνα με τον εαυτό σου, αγκάλιασέ τον και τότε ίσως βρεις τελικά κάποιον να μοιραστείτε τον καφέ απ’ το ίδιο φλιτζάνι και να γίνει το μαξιλάρι σου για ν’ αποκοιμηθείς, κάποιον που δε θα ανήκει στη μνήμη σου και στα όνειρά σου αλλά στην πραγματικότητά σου. Μα κι αν στα λέω τούτα εγώ πάλι το ξέρω πως θα κοιμάσαι και θα ξυπνάς με το ίδιο πρόσωπο στο μυαλό σου κι ας μην το μάθει ποτέ.

Συντάκτης: Μελίνα Αγγελάκη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

ΠΗΓΗ: PILLOWFIGHTS.GR

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΓΝΩΡΙΣΤΗΚΑΜΕ | RADIOEXODOS.GR

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί πολλοί καταπιάνονται με το θέμα του έρωτα, ενώ ο ανεκπλήρωτος έρωτας παραμένει πάντα στο σκοτάδι, στην αφάνεια; Λίγοι καταφέρνουν να αναμετρηθούν μαζί του στα φανερά και να ανοίξουν τα χαρτιά τους. Προτιμούν τα «έτοιμα», τα εύκολα ή απλά να μείνουν μόνοι, γιατί προτιμούν τη μοναξιά τους και την ελευθερία που τους προσφέρει η ίδια.

Υπάρχουν, βέβαια, κι εκείνοι που αρνούνται να πιστέψουν πως ο έρωτας έχει τη δυνατότητα να γεννηθεί «από μακριά». Πως αυτό που νιώθουν ο ένας για τον άλλον, ακόμη και πριν γνωριστούν από κοντά, είναι απλώς μια συμπάθεια που έχει μεταφερθεί τηλεπαθητικά μέσω της κοινής τους παρέας. Ένας θαυμασμός από κοινού για την πορεία της ζωής τους, αλλά πάντα με την αίσθηση πως όταν τύχει τα βρεθούν, τα χνώτα τους θα είναι οικεία. Η μυρωδιά τους θα είναι γνώριμη.

Ακόμη κι εγώ που αγαπώ τον έρωτα και τις εκτάσεις του, δεν πίστεψα πως όταν ρωτούσα τους φίλους μας για ‘σένα, στην πραγματικότητα, ενδιαφερόμουν όντως για ‘σένα. Δεν είχα προλάβει να συνειδητοποιήσω πως το να σε ξέρω και να μη σε ξέρω παράλληλα, θα με έφερνε σε αυτή τη θέση σήμερα, να γράφω για σένα.

Γιατί όταν εσύ ερχόσουν Ελλάδα, εγώ έφευγα την επόμενη. Γιατί όταν εσύ ήσουν Ελλάδα με την παρέα μας, εγώ τύχαινε να έχω φύγει μία ώρα πριν. Γιατί δεν είχε τύχει να βρεθούμε ποτέ, για κάποιον λόγο. Για κάποιον λόγο, λοιπόν, τώρα γνωριστήκαμε.

Γιατί μεγάλωσα με τη στείρα πεποίθηση ότι ξέρω πολλά, ότι το παιχνίδι των ανθρώπινων σχέσεων «το είχα», γιατί ήξερα πως όσα ξέρω είναι σημαντικά και πως όσα δεν ξέρω δεν είχαν σημασία να μάθω. Μεγάλωσα κι όσα μάθαινα δεν είχα σε κανέναν να τα πω, στην ουσία. Ή καλύτερα, λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να προσθέσουν κάτι άλλο, κάποια δική τους σκέψη και να την εμπιστευτώ. Κι έτσι ξεκίνησα να αυτό-βελτιώνομαι κι απλά να «πουλάω» αυτό που είχα φτιάξει. Να το πουλάω ακριβά, τόσο, που δεν μπορούσαν εύκολα να ανταποκριθούν στο δικό μου «προϊόν».

Μαζί σου όμως ξεκίνησα να το μοιράζομαι. Δεν ήθελα να πουλάω άλλο. Εξάλλου, με ήξερες. Και με μάθαινες κι άλλο, μέσα απ’ τις ατελείωτες ώρες που μιλούσαμε. Και σε μάθαινα κι εγώ. Μάθαινα το χιούμορ σου και τι θέλεις να πεις πίσω από αυτό, προσπάθησα (κι ίσως τα κατάφερα-ως έναν βαθμό) να αποκρυπτογραφήσω καθεμία προσπάθειά σου να απαντήσεις σε όποια άμεση ερώτηση έθετα, γιατί είχες μεγαλώσει κι εσύ κι είχες τα δικά σου τείχη.

Όταν πρωτομιλήσαμε, είχα την αίσθηση πως δε θα μπορούσαμε να αντέξουμε ο ένας τον άλλον. Βλέπεις, πόσο καλά να τα πας με κάποιον, το ίδιο ισχυρογνώμονα με σένα; Που έχει τη δική του υπόσταση, αλλά μπορεί να σου βγάλει τις παρωπίδες και να σε πάει κάπου που δε θες να πας, καθώς είσαι ασφαλής στον δικό σου δρόμο, που σε έχει χρόνια διαλέξει; Αλλά, που ίσως είναι η μοναδική σου ελπίδα να σου δείξει τι άλλο υπάρχει εκεί έξω, έξω απ’ το δικό σου ασφαλές κουτάκι;

Κι αφεθήκαμε. Και προσπαθούσαμε ο ένας να διδάσκεται απ’ τον άλλον, χωρίς εγωισμούς, χωρίς την αίσθηση ότι προσπαθεί κάποιος απ’ τους δύο να υπερισχύσει. Κι αφεθήκαμε στη μοίρα, που τόσα χρόνια μας χώριζε και σκέφτηκε να μας συστήσει τώρα, σε ένα ακόμα “bad timing”, που με αφορμή, για ακόμη μια φόρα, την απόσταση, θέλησε απλά να μας δείξει τι άνθρωπο θα θέλαμε να έχουμε δίπλα μας. Να μας επιβεβαιώσει τον χαρακτήρα που αναζητούσαμε τόσα χρόνια.

Αλλά προτίμησε, εμάς, να μας το αφήσει ανεκπλήρωτο. Που δεν πρόλαβε να φθαρεί, αλλά που παραμένει κάπου, να ελλοχεύει, να μας μπλέκει σε φαύλους κύκλους συναισθημάτων και σκέψεων, ονείρων κι επιθυμιών, που ίσως να μην έχουν καν σχέση με την πραγματικότητα παρά μόνο, με τη δική μας. Που προτιμήσαμε κι εμείς να παίξουμε με τους όρους της και να το αφήσουμε. Να το σεβαστούμε, αναμένοντας τις εξελίξεις της μοίρας.

Κι απλά προτιμήσαμε να λέμε στους φίλους μας, πως ήταν καλό που γνωριστήκαμε τουλάχιστον.

Συντάκτης: Ιωάννα Καμπουρίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

ΠΗΓΉ: PILLOWFIGHTS

ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΟΜΟΡΦΗ ΟΠΩΣ ΟΤΑΝ ΣΕ ΕΧΑΣΑ | RADIOEXODOS.GR

Ήλιος, μυρωδιά λουλουδιών, σχολή τέλος. Ναι, Πάσχα επιτέλους. Επιτέλους διακοπές και χαλάρωση. Άραγμα σε καφετέριες και σε μπαράκια από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί. Ό,τι καλύτερο. Ανοίγει κι ο καιρός κι είμαστε σε φάση «όλα είναι όπως πρέπει». Κατεβαίνω από το λεωφορείο, σηκώνω κεφάλι και βλέπω την παρέα μου να με περιμένει να λιώσουμε. Είμαι σπίτι. Πρώτο βράδυ έξω και ήδη έχω πιάσει ρυθμούς κραιπάλης. Παντού γνωστοί, παλιοί συμμαθητές, φοιτητές που δεν έχουν φύγει ακόμα για τα σπίτια τους. Γεμάτη η πόλη μου και χαίρομαι. Πρώτη χρονιά, λέω, χωρίς αναποδιά στις γιορτές και χωρίς να μου τις χαλάσει κάτι. Ξέρετε τι λένε όμως, τίποτα δε θα πάει καλά αν δε πάει κάτι στραβά πρώτα.

Βράδυ Ανάστασης κι είμαι έξω χωρίς να νιώθω τίποτα γιατί είμαι με την παρέα μου. Πίνω, λέω βλακείες και γενικά ό,τι γίνεται τις γιορτές. «Την είδες, ρε, καθόλου την πρώην σου;». Το ακούω, παγώνω και κάνω τον ανήξερο, ελπίζοντας να μην είμαι εγώ αυτός στον οποίο απευθύνεται ο φίλος. Και νιώθω ένα σκούντημα στην πλάτη και μια φωνή να λέει «Ε, σε σένα μιλάω ρε». Γιατί ρε γαμώτο να μιλάει σε μένα; Χαλαρός του λέω ένα «όχι» κι ότι δεν έτυχε, ευτυχώς. Ζώντας όμως σε μια πόλη σαν τη δικιά μου είναι αδύνατο να αποφύγεις κόσμο, θες δε θες.

Και να τη μπήκε στο μαγαζί. Τα στραβά που έλεγα. «Ωχ» ακούγονται από δίπλα μου κι ιδρώνω κι άλλο. Δεν έφτανε που ήμουν πιωμένος, την είδα κι έδεσε. Κι άλλο αλκοόλ, κι άλλα τσιγάρα. Στο πρόσωπο μου ζωγραφίστηκε η έκφραση του χαμένου απ’ τα ποτά και του απελπισμένου ταυτόχρονα. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω και κοιτούσα αλλού κάνοντας τον αδιάφορο. Ενώ, αντιθέτως, με έκαιγε να γυρίσω και την καρφώσω με το βλέμμα μου.

Γέλια από δίπλα μου, καλοπέραση κι ο κόσμος γιορτάζει. Κι εγώ νιώθω ότι πέφτω σ’ ένα πηγάδι χωρίς τέλος, χαμένος στη σκέψη μου. Προσπαθώ να βάλω το μυαλό μου σε μία τάξη, να συμμαζευτώ, να χαλαρώσω. Και τσουπ κι ο DJ να γίνεται εχθρός του μυαλού μου. Βάζει το αγαπημένο της τραγούδι και κάνω το λάθος και γυρνάω. Κι ήταν εκεί, ρε γαμώτο. Εκεί. Ακούνητη. Νόμιζα ότι ήθελα να είχε εξαφανιστεί από τη γωνιά που καθόταν, αλλά κατά βάθος ήθελα να τη δω. Το είχα ανάγκη. Άλλωστε ήταν η ομορφότερη γυναίκα στα μάτια μου.

Δε χόρταινα να την κοιτάω. Τα μάτια της μεγάλα κατάμαυρα, μ’ ένα βλέμμα που θα σε έκανε να υποταχθείς σε κάθε θέληση της. Τα μαλλιά της ριγμένα στην πλάτη της, από τη μία λαμπερά κι από την άλλη με το ωραίο μαύρο χρώμα που θυμόμουν. Τα είχε κοντύνει όπως της είχα πει. Φορούσε το φόρεμα που της είχα κάνει δώρο στα γενέθλιά της. Γάντι της πήγαινε. Και γυρνάει ξαφνικά στο μέρος μου. Με κοιτάει. Την κοιτάω μέσα στα μάτια. Βλέπω τις πτυχές του προσώπου της. Τα χείλη της σχηματίζουν ένα χαμόγελο. Εκείνο το χαμόγελο που είχε εκείνη τη μέρα που τη γνώρισα και την ερωτεύτηκα. Χείλη που θες να γευτείς και να αισθανθείς τη ζεστασιά τους. Λάθος, διόρθωση. Θέλω εγώ να γευτώ.

Χαμένος πάνω σε κάθε της κίνηση έρχονται σκέψεις. Αναμνήσεις. Το πρώτο φιλί, η πρώτη αγκαλιά, το κορμί της πάνω στο δικό μου να ιδρώνει. Και καθώς κοιτιόμαστε σκέφτομαι να πάω να την αρπάξω και να φύγουμε από ‘δώ, χωρίς να με νοιάζει τίποτα και κανένας. Με ρωτάει ένας τι έπαθα και τι κοιτάω κι εγώ απλά απαντώ. «Είναι τόσο όμορφη, όσο και τη μέρα που την έχασα». Και ξάφνου η μαγική λέξη. Έχασα. Άρα γιατί τα σκέφτομαι αυτά; Την έχασα. Τέλος.

Σκέφτομαι τη λύπη που πέρασα τότε και τον πόνο που ένιωσα όταν άκουσα τα λόγια-μαχαίρια. Και θυμώνω. Άφησα πίσω μου όσα με είχαν προδώσει και πληγώσει εκείνη τη νύχτα. Δε θα τα ξαναζήσω. Παίρνω το ποτό και τα τσιγάρα μου και βγαίνω από το μαγαζί. Τέρμα η νύχτα για μένα. Πάω στα σκαλιά που τη γνώρισα να δω μία τελευταία φορά το μέρος που έζησα τόσα. Πάω να το κάψω γιατί δε θέλω να έχω πλέον τις αναμνήσεις εκείνες. Όσο όμορφη και να ήταν δεν ήταν η δικιά μου όμορφη.

 

Επιμέλεια κειμένου Χρήστου Ζήση: Ελευθερία Παπασάββα.

Συντάκτης: Χρήστος Ζήσης
ΠΗΓΉ: PILLOWFIGHTS

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΖΗΤΟΥΣΑ ΗΤΑΝ ΑΛΗΘΕΙΑ | RADIOEXODOS.GR

Σου είχα πει ότι θέλω μόνο την αλήθεια. Μόνο αυτό ζήτησα τότε, τίποτα παραπάνω. Δε μ’ αρέσουν τα ψέματα και δε γουστάρω να ζω σε παραμύθια με δράκους και πρίγκιπες που δεν έχουν τίποτα να μου προσφέρουν. Κι αν δεν καταφέρω να την αντιμετωπίσω κι αν πέσω στα πατώματα και κλαίω, τι σε νοιάζει; Δίκια μου η ζωή και δικαίωμά μου πώς θα την αντιμετωπίσω τη δίκια σου αλήθεια.

Καλύτερη αυτή παρά ψεύτικα φιλιά, ψεύτικα σ’ αγαπώ και μια ψεύτικη ζωή. Γιατί να το ζήσω αυτό άλλωστε; Γιατί να επενδύσω συναισθήματα, χρόνο και μυαλό για κάτι που ξέρω ότι δεν υπάρχει. Γιατί να θέλω να ζήσω μέσα σε αυτό και να κάνω πως όλα είναι καλά μόνο και μόνο για να ξεγέλαω  τον εαυτό μου και να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία μου; Γιατί να κρύβομαι πίσω απ’ το δάκτυλό μου;

Και στο είχα πει, μόνο αλήθειες θέλω τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Καλύτερα να μη μιλάς παρά αυτά που λες να είναι όλα για πέταμα. Στο είχα πει, θέλω να σε κοιτώ στα μάτια και να μη φοβάμαι, να μην είσαι σαν αυτούς που πέρασαν και με φλόμωσαν με ψέματα, που είπαν πράγματα που δεν εννοούσαν.

Δεν ήξερες, αλλά είχα πληγές πριν από σένα που προσπάθησα να γιατρέψω, να τις ξεπεράσω, να τις βλέπω και να μη δημιουργώ καινούργιες και ξέρεις, τα κατάφερα κάπως κι επουλώθηκαν στον χρόνο και προχώρησα. Και να τώρα μου δημιουργήθηκε άλλη μία, πιο βαθιά και πιο μεγάλη. Και στο είχα πει, δεν μπαίνω σε κάτι που θα με καταστρέψει, σε κάτι που θα μου βγάλει την ψυχή.

Θέλω εμπιστοσύνη, θέλω ασφάλεια και πάνω από όλα ειλικρίνεια, θέλω να κοιτώ τα μάτια σου και να μπορώ να αφεθώ. Ψέματα, μεγάλα λόγια, κινήσεις που έχουν βγει από ταινίες, λέξεις που μοιάζουν τόσο ωραίες, δε μου γεμίζουν το μάτι αν δεν τις εννοείς.

Σήκωσα το κεφάλι μου και σε κοίταξα με δάκρυα στα μάτια, ποιος είσαι εσύ; Γιατί δε σε αναγνωρίζω πλέον; Πες μου κάτι για να πιαστώ, κάτι να κρατηθώ να σε πιστέψω με τόση αφέλεια να κάνω ότι δεν ειπώθηκαν ποτέ αυτά και να προσπαθήσω ξανά, να σηκωθώ στα πόδια μου και να προσπαθήσω να φτιάξω την πληγή μου, να γίνω πάλι καλά.

Παρακαλούσα να πεις κάτι που μπορεί να με κρατήσει εδώ, αλλά νομίζω ότι ήρθε η ώρα να φύγω, είναι καλύτερα να χαθώ. Τόσο καιρό χανόσουν εσύ άλλωστε, σειρά μου τώρα, δε νομίζεις; Ξέρεις δεν κρατάω κακιά σε εσένα ούτε σου θυμώνω, με μένα τα βάζω που πίστεψα. Πίστεψα όλα αυτά που είχα πει στον εαυτό μου ότι δε θα πίστευε ξανά. Σε έβλεπα να παλεύεις για μένα κι ένιωθα ότι ίσως να ήταν αλήθεια. Έκανα λάθος τελικά.

Και δεν έχεις τίποτα τώρα να πεις κι εγώ δεν έχω από πουθενά να κρατηθώ. Πονούσα πολύ, ακόμα πονώ. Γύρισα το πρόσωπό μου απ’ το παράθυρο και κοίταξα πάλι τα μάτια σου. Τίποτα και πάλι.

Μη φοβάσαι που κλαίω σαν παιδί, είναι που απλά ακόμα και τώρα ελπίζω ότι θα τα διαψεύσεις όλα, ότι θα βρεις μια καλή δικαιολογία. Όμως και να το κάνεις, τέλειωσαν όλα, πήρα την απόφασή μου και δε γυρίζω, όχι γιατί δε σε θέλω, αλλά γιατί ο χρόνος μας ήταν ως εδώ. Καιρός ο καθένας να πάρει τον δρόμο του. Τελείωσε το θέατρο κι η αυλαία έπεσε για τα καλά.

Κι αφού τώρα είμαι μονή μου κι αφού δεν έχω βρει ακόμα τον τρόπο να χωνέψω όλα αυτά που με τόση ευκολία παρουσίαζες σαν αλήθεια κι εγώ τα πίστευα με χαρά και ενθουσιασμό, θέλω να σου πω ότι τα κατάφερες ότι με έκανες να πιστέψω έτσι λίγο σε εμάς κι αυτό σου το αναγνωρίζω.

Ήσουν πολύ κάλος σ’αυτό, μόνο να σε ρωτήσω κάτι που εσύ θα γνωρίζεις: Πώς καταφέρνεις να ξεχάσεις τα ψέματα και να πιστέψεις και πάλι στους ανθρώπους;

 

Επιμέλεια Κειμένου Άννας Τζαβίδη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Άννα Τζαβίδη
ΠΗΓΉ: PILLOWFIGHTS.GR

ΤΑ ΤΑΤΟΥΑΖ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΠΩΘΗΚΑΝ ΠΟΤΕ | RADIOEXODOS.GR

Ήταν στοιχείο παράδοσης. Αποτέλεσε σημάδι κατακραυγής και στοχοποίησης. Σήμερα αποτελεί κυρίως μια μαζική συνήθεια. Ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους που καταφεύγει σε αυτόν τον τρόπο έκφρασης. Αν αναζητήσουμε τα πραγματικά αίτια που όλοι εμείς -έχοντας σημαδέψει το σώμα μας-  αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, είναι δεδομένο ότι θα ακουστούν πολλές διαφορετικές απόψεις κι ο καθένας θα παρουσιάσει μία διαφορετική οπτική.

Εν τούτοις, οι περισσότεροι από εμάς είχαμε κάτι στο μυαλό μας όταν αποφασίσαμε να αφήσουμε μία βελόνα να μας χαρακώσει. Κι ως επί το πλείστον δε νομίζω ότι έγινε για καθαρά αισθητικούς λόγους. Διότι τα σημάδια που άφησε η βελόνα αυτή πίσω της θα μας συντροφεύουν μία ζωή. Πλέον αποτελούν ένα κομμάτι του εαυτού μας, το οποίο σε αυτή την περίπτωση παρουσιάζουμε στους άλλους.

Αφήνουμε να φανεί ένα κομμάτι του δικού μας παζλ, το οποίο ενδεχομένως κρύβαμε για χρόνια. Αφήνουμε πάνω στο δέρμα μας κάτι που έχουμε χρόνια μέσα στην ψυχή μας. Σίγουρα υπάρχουν διάφορα σχέδια που έγιναν ξεκάθαρα για αισθητικούς λόγους, ωστόσο μας απασχολεί περισσότερο -συνήθως- να μάθουμε από πού προήλθαν τα σχέδια που -ενώ σε εμάς ίσως δεν έχουν καμία λογική- γι’ αυτόν που τα επέλεξε σηματοδοτούν κάτι.

Αυτοί είμαστε εμείς. Βλέπουν πάνω μας απλώς λέξεις που δεν μπορούν να κατανοήσουν. Λέξεις που συχνά παρερμηνεύονται και χάνουν την ουσία τους. Όμορφες -ή μη- αισθητικά γραμματοσειρές και σχέδια. Βλέπουν ενδεχομένως αυτό που τους επιτρέψαμε να δουν. Εντοπίζουν μονάχα μαύρο μελάνι και ξεχνούν -χωρίς να το θέλουν- την ιστορία που γράφτηκε πριν περάσει το μελάνι στο αίμα μας.

Κι εμείς συχνά αρνιόμαστε να αποκαλύψουμε τις ιστορίες που κρύβουν τα τατουάζ μας -διότι κάθε τατουάζ κρύβει μία ιστορία- από φόβο μήπως μας κατακρίνουν εκείνοι που δεν μπορούν να κατανοήσουν αυτά που βιώσαμε. Κι αφήνουμε το μελάνι να κατακλύζει το δέρμα μας περισσότερο απ’ τις λέξεις που κατακλύζουν το στόμα μας. Ίσως γι’ αυτό να χρησιμοποιήσαμε αυτή τη μέθοδο έκφρασης. Διότι τα λόγια μας ποτέ δε βρήκαν αντίκρισμα.

Τα τατουάζ μας, λοιπόν, αποτελούν το καθένα μία ξεχωριστή ιστορία. Κι όλα μαζί είναι ιστορίες που ποτέ τους δεν ειπώθηκαν. Ιστορίες που έμειναν στα πιο κρυφά έγκατα της ψυχής μας. Αποτελούν μια εικόνα μας που οι άλλοι αρνήθηκαν να δουν κι έτσι εμείς αναγκαστήκαμε να επιβάλουμε την ύπαρξή της. Αποτελούν καλά κρυμμένους φόβους μας ή αυτό που πραγματικά θα θέλαμε να είμαστε. Όπως και να ‘χει, είναι φωτογραφίες της ψυχής μας.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, οι φωτογραφίες που ξεθάψαμε δεν είναι τυπωμένες σε χαρτί, αλλά στο δέρμα μας. Είναι εκεί για να μας υπενθυμίζουν ποιοι είμαστε, ποιοι ήμασταν. Κι αν μας ρωτήσουν ποτέ αν φοβόμαστε μήπως μετανιώσουμε γι’ αυτό, είμαι σίγουρος ότι θα το αρνηθούμε. Κι αυτό δεν είναι θέμα εγωισμού, αλλά αντικειμενικότητας. Δεν είναι δυνατόν να διαγράψουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας.

Επομένως, τα τατουάζ μας είναι ένας καθρέπτης του εγώ μας. Σηματοδοτούν μια πτυχή της ίδιας μας της ύπαρξης κιι είναι ένα κομμάτι του εαυτού μας που εμείς θα αποφασίσουμε ποιος θα το δει. Διότι παρ’ όλη την εμφανή ύπαρξή τους, η υπόσταση τους είναι πολύ βαθύτερη κι είναι θαμμένη μέσα στην ψυχή μας.

Συντάκτης: Θάνος Κουλουβάκης
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη
ΠΗΓΉ: PILLOWFIGHTS

ΤΟ ΝΕΟ ΡΕΚΟΡ ΤΟΥ ΖΑΝ ΜΠΑΤΙΣΤ ΤΟΝ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΠΕΤΑΕΙ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ | RADIOEXODOS.GR

Το νέο ρεκόρ του Ζαν Μπατίστ, τον έκανε να πετάει στα σύννεφα…. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο για έναν καλλιτέχνη οι θαυμαστές του να τον απογειώνουν και να του δείχνουν έμπρακτα την αγάπη τους.

νέο ρεκόρ του Ζαν Μπατίστ

Απόδειξη αυτού, το ότι το νέο τραγούδι του Ζαν Μπατιστ με τίτλο «Μαζί δεν κάνουμε», που συνεργάστηκε στον στίχο με τουςJACKPOT και στη μουσική με τονChris Mazz, μέσα σε μία εβδομάδα κυκλοφορίας του στοyoutube (13-3) έχει καταφέρει σήμερα (20-3) να προσελκύσει να το απολαύσουν 159.000 κόσμου, και το βιντεοκλίπ του που υπέγραψε ο Βαγγέλης Τσαουσόπουλος, να σκαρφαλώσει με μεγάλη ταχύτητα στη θέση 23 των δημοφιλέστερων βίντεο στο διαδίκτυο, αφήνοντας του πίσω επίσης μεγάλους καλλιτέχνες!

Η πορεία του «Μαζί δεν κάνουμε» είναι ανοδική και στόχος αλλά και επιθυμία του τραγουδιστή και των συνεργατών του είναι τις επόμενες μέρες να μπει στη δεκάδα, που αν συνεχίσει με τέτοιους ρυθμούς  η επίτευξη θα είναι γεγονός. Φυσικά και όλο αυτό δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει στον Ζαν Μπατιστ συναισθήματα ευτυχίας και να το πανηγυρίζει με σεμνότητα πάντα.

Τα πάνδεινα πέρασε από την παρτενέρ του ο Ζαν Μπατιστ,που ως άλλοι «Mr and Mrs Smith», μετέτρεψαν τον έρωτά τους σε μία σκέτη κόλαση, βάζοντας εμπόδια στο σπίτι ο ένας στον άλλον, κάνοντάς του αποτρίχωση την ώρα που κοιμόταν, βουτώντας το πρόσωπό του σε μία τούρτα και άλλα πολλά. Το κομμάτι οπτικοποίησε ο Βαγγέλης Τσαουσόπουλος, ένας από τους πιο γνωστούς σκηνοθέτες, που έχει βάλει την υπογραφή του σε κορυφαία κλιπ μεγάλων ονομάτων του ελληνικού πενταγράμμου.
Ο δημοφιλής τραγουδιστής που επιστρέφει δισκογραφικά με ένα ανεβαστικό τσιφτετέλι σε στίχους δικούς του και των Jackpot και μουσική του ίδιου και του Chris Mazz, πέρα από το μουσικό του ταλέντο στο σπαρταριστό βιντεοκλίπ που σκηνοθέτησε ο Βαγγέλης Τσαουσόπουλος ξεδιπλώνει και το υποκριτικό του ταλέντο, ενώ ως άλλη Mrs Smithπρωταγωνιστεί η Emily Desiderio
Από το πλευρό του δεν θα μπορούσαν να λείπουν οιJackpot που φέρουν την επιμέλεια παραγωγής του νέου του τραγουδιού με τίτλο Μαζί δεν κάνουμε που θα απολαύσουμε σε λίγες μέρες.  Τόσο ο Ζαν Μπατιστ όσο και οι JackPot, αυτή την περίοδο, κάνουν live εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα και η περιοδείες τους αναμένεται να συνεχιστούν και το καλοκαίρι.
Ο πήχης για τον Ζαν Μπατίστ έχει ανέβει πολύ υψηλά, μετά την μεγάλη επιτυχία που σημείωσε το «Πες του» μιας και έγινε ένα από τα πιο trend τραγούδια που έπαιζαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς και νυχτερινά κέντρα, αφού το αγάπησε πολύ ο κόσμος.

Το νέο ρεκόρ του Ζαν Μπατίστ – Δείτε το βίντεο κλιπ

ΠΗΓΉ: GET GREEK MUSIC